Αρχείο για Ιανουαρίου 1st, 2009

Ιανουαρίου 1, 2009

Η πρωτοχρονιά του 2009…ένα διήγημα!!!

Ξύπνησε μάλλον βαρύς. Έτσι κι αλλιώς την προηγούμενη βραδιά δενείχε διασκεδάσει. Είχαν πάει στα μπουζούκια, κατόπιν της επιμονής της Βάσως (ήταν η πολυαγαπημένη του γυναίκα…). Λίγο η Πρωτοχρονιά, λίγο ότι φέτος δεν της έκανε δώρο (που να φτάσουν τα λεφτά, αφού τα δώρα φαγώθηκαν στις κάρτες, ο μισθός πήγε στα παιδιά και στα δώρα τους και θα ξαναφεσώσουν τις κάρτες για να βγάλουν τον Γενάρη!!!), λίγο ότι ήταν και η ονομαστική της εορτή, βγήκαν να το “κάψουνε”.

Εκεί όμως στο μπουζουκτζίδικο -ένα μικρό σκυλάδικο στην Συγγρού- δεν διασκέδαζε. Χαμογέλαγε, έριξε γαρύφαλλα στην γυναίκα του όσο χόρευε τσιφτέτελια με την φίλη της την Καίτη, της άνοιξε και μια σαμπάνια (“μια γυναίκα την έχω” της ψιθύρισε στο αυτί..”ας πάει και το παλιάμπελο”), αλλά μέσα του αισθανόταν ότι έκλαιγε. Φέτος, άκουγε τις ευχές, όταν κόψανε την πίτα όλοι μαζί, (αυτοί οι 2, τα παιδιά -που είχαν έρθει από την Θεσσαλονίκη που σπουδάζανε  για τις γιορτές- και η πεθερά του – που βοήθησε να γίνει και η σπιτική βασιλόπιτα- ) και δεν τις πίστευε πιά. Βαρέθηκε, κάθε χρόνο, να εύχεται σε όλους  πράγματα που δεν πίστευε και πολύ ότι θα συμβούν… Και το μόνο που πραγματικά ευχήθηκε, κάθε χρόνο, ήταν υγεία!!! Γιατί πάντα τον φόβιζε η ιδέα της αρρώστιας και της ταλαιπωρίας ενός αγαπημένου του προσώπου.

Άνοιξε μηχανικά την τηλεόραση…όλοι κοιμόντουσαν και αυτός στην κουζίνα, έφτιαχνε καφέ και άκουγε τα ζώδια!!! Του έταζε μια πλαστική ξανθιά στην τηλεόραση μια χρονιά με βελτίωση στα οικονομικά, μια νέα ερωτική περιπέτεια και ότι θα έπρεπε να προσέξει την υγεία του. Άκουγε και χαμογέλαγε ειρωνικά. Γιατί αυτός μόνος ήξερε…Στις 23 Δκεμεμβρίου, το αφεντικό του τον κάλεσε και του ανακοίνωσε ότι από την πρώτη του Γενάρη δενθα δούλευε πια μαζί τους! (πόσο ευγενικοί έχουν γίνει στον ορισμό της απόλυσης!!)  Δεν το είχε πει ακόμα στην Βάσω, αλλά από σήμερα ήταν άνεργος. Μετά από 20 χρόνια ανελλιπούς δουλειάς και για πρώτη φορά θα πήγαινε στο ταμείο ανεργίας. Κάτι τον κράταγε να μην της το πει ακόμα. Λίγο ό ενθουσιασμός για τις γιορτές με τα παιδιά στο σπίτι, λίγο ότι την έβλεπε και αυτή αγχωμένη με το πώς θα τα βγάλουν πέρα, ανέβαλλε τα μαντάτα για μετά των Φώτων. Σκέφτηκε για λίγο να κάνει ότι και ένας τύπος σε εκείνη την ταινία που είχε δει πριν από χρόνια, που πήγαινε κάθε μέρα σε μια δουλειά που δεν είχε, για να κρύψει την ανεργία του από την οικογένειά του.

Δεν θα το έκανε όμως…Μετά από τόσα χρόνια γάμου, δεν μπορούσε να της κρυφτεί πια. Πίστευε ότι ήδη είχε καταλάβει κι αυτή. Μερικές φορές την έπιανε νε τον παρατηρεί εξεταστικά και με αμφιβολία. Ίσως και αυτουνού να του είχε ξεφύγει κανά “αχ” παραπάνω, σε μια από τις στιγμές που χανόταν στις σκέψεις του και στην αγωνία του. Μόνο τα παιδιά τους ήταν ευτυχισμένα!!  Και όλο ελπίδα. Η μικρή μάλλον ερωτευμένη (έτσι του φαινόταν όταν άλλαζε διάθεση, ανάλογα με το πως πήγαινε το τηλεφώνημα…) και η μεγάλη διάβαζε συνέχεια (ως πάντα παιδί του καθήκοντος..), διάβαζε και ονειρευόταν, το μεταπτυχιακό της, την ερευνητική της καριέρα. Και αυτός να τα παρατηρεί όλα αυτά και να αισθάνεται ήδη μια αναπηρία. Ότι δεν θα μπορούσε να βοηθήσει σε όλα αυτά. Τον φόβο ότι θα γινόντουσαν με την απουσία του.

Σε λίγο σηκώθηκε και η γυναίκα του. Δεν άντεξε και της το είπε. Της έφτιαξε καφέ, κάτσανε στον καναπέ και της το ανακοίνωσε μετά τα χρόνια πολλά. Τόσο πολύ έσκασε, που της το είπε ψυχρά και ανήμερα στην γιορτή της. Και εκεί έμεινε έκπληκτος!!! Του χαμογέλασε, τον αγκάλιασε και του είπε μια πολύ τρυφερή λέξη. Ήταν σαν να συνέχιζαν να κάνουν έρωτα όπως την προηγούμενη νύχτα (μετά από πολύ καιρό είναι η αλήθεια…). Σε λίγο σηκώθηκε από τον καναπέ. ξύπνησε τα παιδιά και τους μάζεψε όλους στο σαλόνι. Ανακοίνωσε τα δυσάρεστα νέα και στις 2 κόρες τους. Και όρισε τους νέους όρους. Περιορισμός των εξόδων στα αναγκαία, θα έπρεπε οι 2 κόρες να μάθουν να την βγάζουν σπαρτιάτικα και ο Μάκης ο πατέρας τους, από του Αη-Γιαννιού έβγαινε για δουλειά. “Μην φοβάσαι κάτι θα βρούμε…” του είπε γλυκά. Είπε και στις 2 τους, ότι τώρα όλοι θα έπρεπε να στηρίξουν τον πατέρα τους. Αγκαλιάστηκαν όλοι μαζί και αυτός σαν μωρό έβαλε τα κλάματα. Εκείνη την ώρα μετάνιωσε για όλες τις αμφιβολίες που είχε για την γυναίκα του όλα αυτά τα χρόνια, για τα “κρυφο-γκομενιλίκια” του και για τις σκέψεις πριν από κάποια χρόνια για το διαζύγιο.

Και εκείνη την στιγμή σκέφτηκε πόσο άδικο είχε, όταν την κοροϊδευε για το “βόλεμα” της στο δημόσιο, τότε που υποχρεώθηκαν στον βουλευτή της περιφέρειας τους και από τότε έπρεπε να τρέχουν σε κάθε του προεκλογική συγκέντρωση, να του στέλνουν μια γλάστρα στην γιορτή του και να μοιράζουν και καμιά 10ρια ψηφοδέλτια όταν έρχονταν οι εκλογές. Η Βάσω σηκώθηκε και πήρε το τηλέφωνο, ο βολευτής γιόρταζε, ήταν Βασίλης. Μίλησε με το γραφείο του, ναι θα ήταν το απόγευμα και θα δεχόταν κόσμο και φυσικά θα έβλεπε την Βάσω την τόσο καλή ψηφόφορο του…καλά δεν της το είπαν έτσι, αλλά αυτό ήταν το νόημα.

Το απόγευμα, όταν αυτός ο περήφανος αριστερός του έσφιγγε και το χέρι και του ευχόταν, έπιασε τον εαυτό του για πρώτη φορα να έχει αγωνία. Η Βάσω μετά τις ευχές , πήρε τον λόγο και το έριξε στην ψύχρα. Είπε για την απόλυση, και ότι ήξερε ότι στην υπηρεσία της θα πάρουν 3-4 πτυχιούχους, συμβασιούχους. Ο Βουλευτής σήκωσε το τηλέφωνο πήρε τον Νομάρχη εκείνη την ώρα και για να μην πολυλογούμε, σε δεκά μέρες έπιανε δουλειά. Όταν χαιρέταγαν, άκουγε τον εαυτό του να υπόσχεται την αμέριστη συμπαράστασή του στις επόμενες εκλογές. Αισθάνθηκε άπειρη υποχρέωση και από αύριο έπρεπε να αρχίσει να τα αλλάζει στην καφετέριαμε τους φίλους. Τον βοήθησε ο άνθρωπος να μην ξεπληρώσει κι αυτός την χάρη;

Τελικά δεν ήταν και τόσο άσχημη Πρωτοχρονιά!!!

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 26 other followers