Μπήκε στο Νοσοκομείο στις 8:30. Είχε ραντεβού στις 9:00 οπότε κατευθύνθηκε στο κυλικείο για να πάρει ένα καφεδάκι. Τον κλασσικό του διπλό espresso. Ήπιε 2 γουλιές και άναψε τσιγάρο. Έβγαλε από την τσάντα του το διαφημιστικό που θα έδινε και μερικές καρτούλες του. Μάκης Τσουνέντες, σύμβουλος κρυογενετικής!!! Τι ωραίος τίτλος, που όμως δεν έλεγε την σκληρή πραγματικότητα της δουλειάς του: Πωλητής σε τράπεζα βλαστοκυττάρων.
Στις 9:00 θα έβλεπε την γυναίκα ενός μεγαλοδικηγόρου, που θα γεννούσε εντός των προσεχών ημερών. Σκέφτηκε λίγο τις κλασσικές του ατάκες: “Είναι σημαντικό να προλάβουμε τις μελλοντικές ασθένειες του παιδιού”, “είναι το καλύτερο δώρο στο παιδί σας, καλύτερο και από ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο”, “είναι ακίνδυνο και ανώδυνο”, “το κόστος είναι πολύ μικρό σε σχέση με τα οφέλη”, “θα έχετε το κεφάλι σας ήσυχο σε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας”, ” με την εξέλιξη της επιστήμης ακόμα και ασθένειες που ήταν θανατηφόρες θα λύνονται απλά και γρήγορα, αρκεί να έχετε τα κύτταρα αποθηκευμένα”, “η τράπεζα μας είναι ασφαλής και εγγυάται απόλυτη μυστικότητα και προστασία των δεδομένων σας” κλπ κλπ.
Πάντα έπιαναν. Και αυτό γιατί η κάθε οικογένεια ήθελε να είναι ασφαλισμένη απέναντι σε οποιοδήποτε κίνδυνο απειλούσε το παιδί τους. Τι κι αν υπήρχε δημόσια τράπεζα δωρεάν. Τι και αν μπορούσαμε πια να πάρουμε βλαστοκύτταρα με άλλους τρόπους, το μάρκετινγκ στις υποψήφιες μανάδες ήταν killing success!!! Και τα 3000 που χρέωναν ήταν τίποτα σε σχέση με τις οικονομικές δυνατότητες. Κι αυτός ένας σοβαρός πωλητής που δεν είχε σχέση βέβαια με καμιά ιατρική επιστήμη. Πιο πριν πουλούσε ιατρικά μηχανήματα και πιο πριν είχε ξεκινήσει με ασφάλειες ζωής.
Τα δε ποσοστά του ήταν μια χαρά. Αν έκλεινε σήμερα την δουλειά, είχε βγάλει 300 ευρώ μεροκάματο. Όταν είχε ξεκινήσει ήταν πολύ εύκολη πώληση. Με την αίσθηση ότι έσωζε ζωές και την χαρακτηριστική αυτοπεποίθησή του, είχε ένα συμβόλαιο την ημέρα. Για αυτό και το μερσεντικό παρκαρισμένο έξω από το νοσοκομείο. Και το σπίτι στην Κηφισιά. Ακόμα και τώρα με την οικονομική κρίση οι πωλήσεις πήγαιναν μια χαρά. Απλώς, ο αναγωνισμός ήταν πιο έντονος και έπρεπε όλο και κανά τυχερό να δίνει στον μαιευτήρα ή σε καμιά νοσοκόμα. Για να του στέλνουν πελάτες.
Τέλειωσε το τσιγάρο του και ανέβηκε με το ασανσέρ στον τελευταίο όροφο. Στις σουίτες. Έβαλε λίγο από την κολώνια του (να ξεμυρίσει το τσιγάρο), χαλάρωσε το σώμα και τα χέρια του, χαίρετησε την Σοφία (φίλη του νοσοκόμα, που γούσταρε πολύ να βγάλει ένα βράδυ) και μπήκε στο δωμάτιο που τον περίμεναν ο δικηγόρος με την γυναίκα του. Σε δέκα λεπτά τους είχε πείσει, σε 15 λεπτά είχαν υπογράψει. Κλείνοντας την πόρτα πίσω του, έκανε την προσευχή του στον Άγιο DNA. Και με αυτό τον τρόπο ευχαριστούσε όλους τους ερευνητές που με τις ανακαλύψεις τους τρέλλαιναν τους γονείς και δημιουργούσαν την κοινωνία της ελπίδας του “μη θανάτου”. Και βέβαια στην ωραία ελεύθερη οικονομία είχαν δημιουργήσει την ελπίδα ως εμπορικό προϊόν.
Μίλησε με την Σοφία και δέχτηκε το βράδυ στις 9 να πάνε για δείπνο στο Κεφαλάρι. Τι καταπληκτικά πόδια είχε!!! Θα έδινε ότι βλαστοκύτταρο είχε, για να τα χαϊδέψει το βράδυ!!!
Το παλιό γυμνάσιο!!! Και εκεί άρχισαν οι μνήμες!