Άνοιξε το πορτάκι στη θυρίδα του, στην είσοδο της πολυκατοικίας. Γεμάτο επιστολές, οι αποστολείς γνωστοί : τράπεζες και πάλι τράπεζες. Α και για ποικιλία οι λογαριασμοί νερού και ρεύματος. Τα μάζωξε όλα κάτω από την μασχάλη του και με τα ελάχιστα ψώνια σε μια σακούλα σούπερ μάρκετ, μπήκε στο ασανσέρ. Ανέβηκε τα 3 πατώματα και βγαίνοντας πέτυχε τον διαχείριστη.
“Κύριε Στυλιανίδη…” του φώναξε ενώ αυτός δήθεν αδιάφορα ξεκλείδωνε την πόρτα του μικρού του διαμερίσματος στην Κυψέλη.
“Καλησπέρα σας ..” απάντησε με μια διστακτική και φοβισμένη φωνή.
“Τα κοινόχρηστα ξέρετε…” και πριν ολοκληρώσει την φράση του, του απάντησε βιαστικά : “Ναι αύριο που πληρώνομαι από μια δουλειά, ξέρω καθυστέρησα…θα το κανονίσουμε..” και μπήκε μέσα στο διαμέρισμα κλείνοντας την πόρτα πίσω του βιαστικά.
Τα άφησε όλα πάνω στο τραπεζάκι και έβγαλε παπούτσια και γραβάτα. Κάθισε στο μικρό καναπεδάκι, βγάζοντας έναν βαθύ αναστεναγμό. Άρχισε να ανοίγει τους φακέλους, έβγαλε ένα στυλό από τον χαρτοφύλακά του και άρχισε τις αθροίσεις. Χρώσταγε για αυτό τον μήνα μόνο 635,70 ευρώ. Αν πρόσθετε ενοίκιο και λογαριασμούς έφτανε τα 1100 ευρώ. Ο μισθός του ήτανε 1200 ευρώ όλα και όλα. Του έμενε και ένα κατοστάρικο να περάσει τον μήνα του. Άναψε τσιγάρο!!! Σχημάτισε ένα νούμερο στο κινητό. Απάντησε μια γλυκειά γυναικεία φωνή : “Έλα ματάκια μου..”. “Δώρα μου είμαι χάλια. Μάλλον δεν θα βγούμε απόψε..”. “Γιατί; τι έγινε αγόρι μου;”. “Έχω έναν πόνο στο στομάχι και αύριο το πρωι έχω ένα ξαφνικό ραντεβού στις 8. Πρέπει να κοιμηθώ νωρίς”.
Εργένης χρόνια, έβγαινε μια με την Δώρα τους τελευταίους 2 μήνες. Πολύ ωραίο μωρό και από καλή οικογένεια των ΒΠ (σημ: Βόρεια Προάστια). Αλλά ακριβό dating. Πήγαιναν στα καλύτερα και οι κάρτες είχαν φτάσει στα ύψη. Όχι τόσο από τους λογαριασμούς, αλλά και από τα δωράκια, το πάντα προσεγμένο και ακριβό του ντύσιμο, το πανάκριβο ρολόι του. Η προσφυγή στη θεά τύχη του πράσινου δελτίου του στοιχήματος δεν είχε αποφέρει αξιόλογα κέρδη. Αντίθετα είχε μάλλον επιβαρύνει έναν ήδη ασφυκτιώντα μηνιαίο προϋπολογισμό.
“Και μωρό μου μάλλον δεν θα πάμε και το ταξίδι το σ/κ στην Αράχωβα. Πρέπει να δουλέψω για μια παρουσίαση την Δευτέρα”. Μερικές φορές βλαστημούσε για το άψογο παρουσιαστικό του. Τελικά τραβούσε όλο τις γυναίκες που επιδίωκαν το ίδιο με αυτόν σκοπό. Έναν πλούσιο γάμο. Αντίθετα όσες φορές προσέγγισε πιο σοβαρές γυναίκες και πιο συντηρητικές μάλλον την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια..
Τώρα που έφτανε τα 40 είχε αρχίσει να αγχώνεται. Και στο τέλος φοβόταν ότι θα είχε σαν μοναδική παρέα τα χρέη στις τράπεζες, τους απλήρωτους λογαριασμούς κοινοχρήστων και τα φθαρμένα ακριβά ρούχα του. Έπρεπε να αλλάξει και να “σοβαρευτεί”. Αλλά για πόσο θα άντεχε να το παλεύει με την Δώρα; Για πόσο θα άντεχε εστιατόρια με λογαρισμό των 200 ευρώ; Οικονομικά είχει σπουδάσει και καταλάβαινε ότι το αδιέξοδο ήταν μπροστά του. Και με 100 ευρώ δεν θα έβγαζε τον μήνα βέβαια. Αν ήθελε να συνεχίσει να ζει έτσι ήθελε και δεύτερη δουλειά.
Άνοιξε την τηλεόραση. Έπεσε πάνω σε ένα νέο μοντέλο της BMW. Μικρό και ωραίο. Το είχε βάλει από καιρό στο μάτι. Έβγαλε το κομπιουτεράκι. Ξαναπήρε την Δώρα. “Μωρό μου ακύρωσα το ταξίδι μας γιατί σου ετοιμάζω μια νέα έκπληξη. Το νέο μας αμάξι…”. Και με την ιδέα της νέας του αγοράς ένιωσε την αδρεναλίνη του να ανεβαίνει. Θα τα κατάφερνε διάολε και αυτή την φορά!!!