Αρχείο για Μαΐου 3rd, 2009

Μαΐου 3, 2009

Ο μικρομεσαίος….

Μπήκε στο γραφείο του. Άνοιξε τα στόρια που έβλεπαν πίσω στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας που στέγαζε το μαγαζί του : ένα συνοικιακό ψιλικατζίδικο- μίνι μάρκετ. Ήταν Κυριακή και στο μικρό μαγαζί θα υπήρχε η σχετική κίνηση των ξεχασμένων του σαββατοκύριακου. Λίγη ζάχαρη, αλάτι, ψωμί που τέλειωσε γιατί δεν είχε υπολογιστεί σωστά η κατανάλωση των παιδιών….

Όσο πέρναγαν τα χρόνια η κίνηση έπεφτε, τα σουπερ μάρκετ της γειτονιάς του έτρωγαν όλο και πιο πολύ την πελατεία και η σύνταξη ήταν ακόμα μακριά. Όταν είχε πρωτανοίξει, πούλαγε σαν τρελλός από τσιγάρα και τρόφιμα μέχρι και ακριβά αλκοολούχα. Τώρα τα πράγματα ήταν πιο συμμαζεμένα και μετρημένα. Άσε που είχαν μειωθεί και οι μεγάλες οικογένειες. Τώρα οι πελάτες του ήταν όλο και πιο πολύ εργένηδες. Μόνοι και παράξενοι πελάτες, που αγόραζαν μικρές ποσότητες από όλα τα προϊόντα. Ακόμα και 2 πορτοκάλια ή ένα μήλο!!!

Από την άλλη είχαν χαθεί οι “ανεξάρτητοι” προμηθευτές του. Ο Αντώνης με την κάβα που του έφερνε τα ποτά, ο Γιάννης που έφτιαχνε ψωμί για τον φούρνο του και του έφερνε και στο μαγαζί, ο Ηλίας με τα τυριά και τα γαλκτοκομικά. Τώρα όλα ήταν ανάλογα με τα σούπερ μάρκετ. Όλα τυποποιημένα, με επιταγές και αλληλόχρεους λογαριασμούς, με πίεση για ελάχιστες ποσότητες. Τώρα έπρεπε κι αυτός να την πέφτει στους πελάτες του και να τους πιέζει να αγοράσουν.

Δύσκολα πια όλα και οι λογαριασμοί να τρέχουν. Η ΔΕΗ και το νερό πιο ακριβά, οι δημοτικοί φόροι άστα να πάνε, τα έξοδα για την τράπεζα και τις επιταγές τεράστια, ακόμα και η “προστασία” για το μαγαζί του πανάκριβη : συναγερμός, κάμερες ασφαλείας, τα ρολλά ασφαλείας, τα ασφάλιστρα γιατί η γειτονιά του ήταν επικίνδυνη. Και δεν το ρίσκαρε πια μετά την ζημιά της τελευταίας διάρρηξης. 

Ενώ παλιά λειτουργούσε 6 μέρες και σχετικά ένα λογικό ωράριο, τα χρήματα έφταναν για όλα τα έξοδα και έμενε και ένα καλό μεροκάματο. Τώρα δουλεύε όλη την βδομάδα, χωρίς βοηθό πια και άπειρες ώρες την μέρα και το αποτέλεσμα : Μάχη για να καλυφθούν τα έξοδα και οι προμηθευτές. Και το μέλλον; Αβέβαιο. Όταν σκεφτόταν ότι έχει ακόμα 15 χρόνια για την σύνταξη τον έπιανε τρόμος. Θα άντεχε το μαγαζί;

Η κυρα- Μαρία μπήκε εκείνη την ώρα. Γύρναγε από την εκκλησία. Του έφερε ένα αντίδωρο όπως πάντα τόσα χρόνια. Όχι δεν θα έπαιρνε τίποτα. Τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει, ο σύζυγος είχε πεθάνει και αυτή ζούσε με μια μικρή σύνταξη και μόνη της. “Πάλι καλά που έχω το σπίτι αλλιώς θα έμενα στον δρόμο”, μονολογούσε κάθε μέρα. Παλιά έμπαινε με την εφημερίδα της και καθόταν κανα μισάωρο και σχολίαζαν τα νέα. Τώρα ούτε εφημερίδα, μια κουβεντούλα στα πεταχτά και από ψώνια τίποτα. Πως άλλαξε ο κόσμος; “Γιώργο σήμερα θα σου κάνω εγώ σεφτέ” του είπε. “Πιάσε ένα κουτάκι σπίρτα που ξέχασα να πάρω χτες”… και αυτός ξέσπασε σε ένα νευρικό γέλιο…

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 26 other followers