Δεν μπορούσες να τον πεις όμορφο… μάλλον ο μέσος τυπικός Έλληνας. Αν και είχε τα χρονάκια του, έδειχνε κατά τι νεότερος. Μέτριο ύψος, μέτριο βάρος, μέτρια όλα. Παρόλα αυτά είχε κάτι απροσδιόριστο, που δεν ήταν ένα χαρακτηριστικό συγκεκριμένο. Δεν μπορούσες να πεις ότι τον συμπαθούσες για αυτό ή για το άλλο προσόν. Αν του έβαζα μια λέξη θα ήταν κοινωνικότητα. Όπου πήγαινε γινότανε γρήγορα φίλος με όλους. Έπιανε κουβέντα, έδινε και έπαιρνε τηλέφωνα σε χρόνο μηδέν, όλοι θέλανε να τον ξαναδούν.
Και βέβαια είχε κάτι μοναδικό που άρεσε σε όλες τις γυναίκες. Της έκανε να γελούν. Αλλά όχι να ξεκαρδίζονται, αλλά να γελούν με την καρδιά τους. Με ένα γέλιο φευγάτο, μυστήριο και στο τελικό του στάδιο ερωτικό και προκλητικό. Πολλές φορές είχα ρωτήσει φίλες του γιατί γελούσαν έτσι. “Πως έτσι; ” μου είπε η Μαριάννα. Της περιέγραψα λοιπόν το ερωτικό στοιχείο στο γέλιο της. Και εκείνη κατηγορηματικά αρνήθηκε να το παραδεχτεί. Έλα ντε όμως που ο φίλος μας κάθε βράδυ είχε και μια γυναίκα να του δίνει το τηλέφωνό της. Κάθε βράδυ να τον παρακαλάνε να συνεχίσουν αυτός και αυτή (η όποια αυτή) για ένα ποτάκι prive.
Θα μπορούσαν να πω λοιπόν ότι ο φίλος μας ήταν τυχερός. Δεν είχε ποτέ μοναξιές, ήταν το πρόσωπο της ημέρας. Και όμως ένα βράδυ τον πέτυχα μόνο, “Κάτσε !” μου είπε σε τόνο προστακτικό και άρχισε μετά την τρίτη μπύρα την εξομολόγηση. Για την μοναξιά του, για το πόσο του την έδινε και ζήλευε τα ωραία ψηλά αγόρια που οι γυναίκες ποθούσαν αφόρητα για την ζωώδη φυσική επαφή και όχι για κανένα έξυπνο διάλογο. Για το πόσο καταπιεζόταν εγκλωβισμένος στην εικόνα του διαρκούς έξυπνου. Για το ποσό αισθανόταν πια ότι το ζήτημα δεν ήταν τι έλεγε (“Βλακείες λέω τις περισσότερες φορές” μου είπε κατηγορηματικά), αλλά πόσο πια παραμυθιάζονταν όλοι ότι είναι έξυπνος, άρα κάτι έξυπνο είπε. Με λίγα λόγια, πόσο αδύναμος ένιωθε κάτω από την εικόνα του. “Θέλω να φύγω από όλα ένα διάστημα… κάπου που δεν με ξέρουν”…. και όντως το έκανε! Εξαφανίστηκε!
Χαθήκαμε πέρασαν οι μήνες έφτασε το καλοκαίρι. Αποφάσισα να πάω στην Ανάφη. Ήθελα κάτι ήσυχο και μικρό, να μην με αγχώνουν μεγέθη και χρόνοι. Έφτασα σε ένα ονειρικό μέρος, αιγαιοπελαγίτικο τοπίο με τα όλα του. Και σε όλη την παραλία είχε ένα μπαρ-αναψυκτήριο-ταβέρνα κλπ. Περπάτησα προς τα εκεί να πιω μια μπύρα με χωριάτικη και πατάτες τηγανητές (βασικά να πιω πολλές μπύρες..) και μετά ψιλοζαλισμένος να πέσω στην κρύα θάλασσα. Μια κλασσική μου καλοκαιρινή συνήθεια. Και τότε άκουσα μια ομάδα γυναικών να γελάνε. Με τρόπο διαφορετικό, γνώριμο και οικείο! Γύρισα και τον είδα να στέκεται εκεί. Τα βλέμματα μας διιασταυρώθηκαν, αλλά μόλις πήγα κάτι να πω, μου χαμογέλασε με νόημα, γύρισε το κεφάλι του σε μια ξανθιά αλλοδαπή και συνέχισε αυτό που έλεγε. Ξαναγύρισα μπροστά μου, ήπια την μπύρα μου και κατέφθασαν άλλες 3 κερασμένες. “Από το αφεντικό μου..” μου είπε το γκαρσόνι. Αφού πέτυχα το κατάλληλο επίπεδο μέθης και μου είπαν ότι όλα είναι κερασμένα… γύρισα να τον ξαναδώ αλλά είχε φύγει! Τότε περπάτησα προς το κρύο νερό και γυρίζοντας είδα το όνομα του κέντρου : The man that makes women laugh”! Χαμογέλασα με την ματαιότητα του κάθε άνθρωπου να αλλάξει αυτό που είναι και βούτηξα σε ένα όμορφο βυθό.
