Από πέρυσι έχω αποφασίσει ότι το blog κλείνει και πάει διακοπές το καλοκαίρι. Σήμερα λοιπόν κλείνουμε για το 2010. Για αυτούς τους πρώτους μήνες της χρονιάς, πρέπει να πω ότι ξεπεράσαμε σε επισκέψεις το σύνολο των επισκέψεων του 2009!
Για αυτό λοιπόν και για τους τακτικούς μου αναγνώστες θα ήθελα να αφιερώσω ένα τραγουδάκι για τον μήνα που όλοι κάπου θα πάτε, κάπως θα ξεκουραστείτε και θα φορτώσετε μπαταρίες. Μαζί θα τα πούμε μετά τις 23/08. Πολλά φιλιά και καλή ξεκούραση/διασκέδαση/χαλάρωση. Ο Σεπτέμβρης που έρχεται θα είναι δύσκολος καλές μου και καλοί μου φίλοι. Και έρχονται και οι δημοτικές εκλογές.
Μέρες μετά την δολοφονία του Σωκράτη Γκόλια η “Σέχτα Επαναστατών, έστειλε την προκήρυξή της. Που όπως έλεγα και με παλιότερο ποστ, διατυπώνει τέτοιες φασιστικές θεωρίες που ακόμη και ακραίοι δεξιοί χώροι δεν τολμούν να διατυπώσουν στην Ελλάδα τόσο απροκάλυπτα.
“Άνοιξαν πόλεμο με την δημοκρατία μας, ή τους, ή όποιου”. Άρα από σήμερα είναι και οι μοναδικοί μας κριτές. Ως προς ποιος υπηρετεί ή όχι την “αστική δημοκρατία”. Και θα μας πυροβολούν κατά το δοκούν.
Αν αυτή είναι η δημοκρατία σας κύριοι της Σέχτας έ “Αει σεχτάρ!!!”
Τους αφιερώνω δε τον παρακάτω πίνακα, και όποιος κατάλαβε κατάλαβε
ΥΓ. Φυσικά και εσείς νεόκοποι και “απαίδευτοι” “επανάστατες” θα μας φέρετε τον ίδιο πόνο και το νέο φασισμό……
Και επιτέλους είπαμε σε αυτή την χώρα να απελευθερώσουμε το καθ όλα σεβαστό επάγγελμα του βυτιοφορέα. Και εγένετο χαμός. Ο λόγος; Μα όλα τα παλληκάρια παιδιά των βυτιών επί χρόνια έχουν στήσει ένα παραμάγαζο διακίνησης πετρελαιοειδών και όχι μόνο. Επάγγελμα υπεύθυνο, σκληρό και ενίοτε ανθυγιεινό. Αλλά παράλληλα και κλειστό. Αλλά τι σημαίνει ότι το επάγγελμα είναι κλειστό;
Σημαίνει ότι εγώ αν θέλω να μάθω να οδηγώ βυτίο και έχω τα χρήματα να αγοράσω ένα και να βγάζω κι εγώ ένα καλό μεροκάματο, απλώς δεν μπορώ. Ακόμη και αν ξεπεράσω το θέμα της αγοράς (οι άδειες κυκλοφορίας βυτίων είναι μετρημένες) δεν θα μπορέσω να μπω στην αγορά. Γιατί; Σύμφωνα με φήμες η συγκεκριμένη αγορά είναι σκληρή. Κάποιοι σπάνε αμάξια που δεν θέλουν κυκλοφορούν, εκβιάζουν ιδιοκτήτες κλπ. Βέβαια φήμες είναι όλα αυτά, αλλά κάποιες υποψίες τις έχω όσο να πεις.
Επίσης αν κάποιος θέλει να φτιάξει μια μεταφορική εταιρεία βυτίων, με σύγχρονα, καινούρια, ασφαλή αυτοκίνητα, δεν μπορεί!!! Η άδεια είναι μόνο σε φυσικά πρόσωπα. Επίσης όποιος έχει κάνει επαρχία, έχει δει την άθλια κατάσταση των βυτιοφόρων και τους κινδύνους που προκύπτουν από την μεταφορά επικίνδυνων καυσίμων με τέτοια αυτοκίνητα. Και γιατί να εκσυγχρονίσει κάποιος το αμάξι του, αφού ανταγωνισμό δεν έχει;
Α βέβαια.. είναι και το λαθρεμπόριο και η νοθεία. Άλλοι λένε από “παράνομα” βυτία. Εγώ λέω από όλους τους εμπλεκόμενους, αλλά σίγουρα και τους βυτιοφορείς μέσα. Και τώρα με την αύξηση της τιμής της βενζίνης δεν πείθομαι ότι δεν γίνεται πάρτυ σήμερα. Και μαζί με τους βυτιάδες, έρχεται η ώρα να εξεγερθούν και τα πρατήρια. Που την βγάζουν δύσκολα. Τότε ρε παιδιά γιατί τόσος σκοτωμός για μια άδεια βενζινάδικου; Γιατί τέτοιες υπέρογκες τιμές στα βενζινάδικα της Εθνικής Οδού; Γιατί τόση νοθεία και λαθρεμπόριο; Πως έγιναν οι περιουσίες των βενζινοπωλών; Και τι γίνεται με τις “κρυφά” αγορασμένες άδειες; Και στην επαρχία ακόμη χειρότερα!
Μέσα λοιπόν στην κρίση και αφού όλοι οι μισθωτοί ιδρώνουν πια να επιβιώσουν, η αγαπητή βαλκανική τάξη των βυτιοφορέων, δεν σηκώνει κουβέντα. Προτιμά το far west των μετρημένων αδειών, των εκβιασμών και του λαθρεμπορίου. Της “μυστήριας” φορολόγησης, των διπλών φορτωτικών και τιμολογίων. Ε επιτέλους μια κυβέρνηση ας τα βάλει και μαζί τους. Και ας κάτσουν στους δρόμους όσες μέρες θέλουν!!! Και ο έλληνας καταναλωτής, θα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι καμμιά φορά η ταλαιπωρία είναι και προς όφελος όλων μας. Από μια τάξη που έχει ζήσει αρκετά πάνω στις πλάτες μας, με την ιδιότυπη επιχειρηματικότητά της :-)
Από εκείνη την μέρα επισκεπτόταν συχνά την παράξενη γυναίκα. Παράξενη γιατί τον αντιμετώπισε από την αρχή σαν παιδί της, σαν αδερφό της. Όποτε πήγαινε τα απογεύματα του είχε έτοιμο καφεδάκι, σπιτικά κουλουράκια και αργότερα το βράδυ πάντα κάτι έτοιμο για φαγητό. Του μιλούσε τρυφερά για την τεχνή που αγαπούσε και για την τέχνη που άρχισε να αγαπάει κι αυτός. Εκτός από την συλλογή από πίνακες που είχε η ίδια, του άνοιγε τεράστια βιβλία με αντίγραφα και ευρετήρια ζωγράφων.
Είδαν μαζί από την Αναγέννηση μέχρι και τους πιο σύγχρονους. Ζωγράφους από την Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία. Την ίδια ώρα που του μίλαγε και τον μάθαινε, έβαζαν πάντα και μουσική. Κλασσική μουσική. Της άρεσε πάρα πολύ ο Ραχμάνινωφ. Και ειδικά το δεύτερο κοντσέρτο του.
Αυτός συνέχιζε την δουλειά του βέβαια. Η επαφή του με την τέχνη δεν ήταν αρκετή για να βρίσκει τα προς το ζην. Αλλά πια στα σπίτια που έμπαινε παρατηρούσε πάντα τους πίνακες. Και σιγά σιγά είχε ένα κριτήριο για τους ιδιοκτήτες τους. Οι περισσότεροι στην Ελλάδα δεν ήξεραν από τέχνη. Λίγο ότι να ναι ήτανε. Η δε πραγματική μάστιγα της ελληνικής μεγαλοαστικής κατοικίας ήταν ο εξπρεσσιονισμός. Με άλλα λόγια πίνακες που ταίριαζαν χρωματικά με το σαλόνι. Χαμογέλασε σε αυτή την σκέψη. Αυτός ο αμόρφωτος και κλεφτρόνι, μπορούσε να κριτικάρει την αισθητική των σπουδαίων και σημαντικών.
Πέρασαν μήνες και ένα από τα τελευταία καλοκαιρινά απογεύματα του Αυγούστου η γυναίκα τον περίμενε οδηγώντας τον σε ένα δωμάτιο που δεν είχαν πάει ποτέ. Στο πάτωμα ήταν ακουμπισμένα χρώματα και πινέλα. Και σε ένα τρίποδο ένα τεράστιο λευκό πλαίσιο. Του εξήγησε τι ήταν όλα αυτά. Και τον παρότρυνε να δοκιμάσει να γεμίσει το λευκό πλαίσιο. Υπό τον ήχο του Ραχμάνινοφ λοιπόν, σήκωσε το πινέλο και άρχισε να τραβάει μια γραμμή, έχοντας στον μυαλό του έναν πίνακα που αγαπούσε :
Που δεν ήταν και ακριβώς πίνακας. Αλλά μαι αντιγραφή από ένα σκηνικό του Ρώσου εμιγκρέ Alexander Benois, για μια παράσταση του Στραβίνσκι το 1911. Εκείνο που εντυπωσίασε τη γυναίκα είναι οτι ζωγράφιζε από μνήμης, χωρίς να δει αυτό που αντέγραφε. Του έμαθε τα χρώματα και τις μίξεις τους, του έμαθε το φως και την σκιά. Και σε 2 μήνες πέθανε!!! Τον Οκτώβριο. Πήγε και δεν την βρήκε να τον περιμένει. Την πόρτα άνοιξε ένας συνοφρυωμένος και αυστηρός κύριος. Τον ξαπόστειλε. Δεν ξαναπήγε. Αλλά το σαράκι πια των πινέλων τον έτρωγε.
Και δεν μπορούσε να καταλήξει αν ο άνθρωπος είναι πιο ευτυχισμένος αμόρφωτος. Στο σκοτάδι. Πως το λέει η εκκλησία; “Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι”.
Ακουμπώντας τον πίνακα κάτω, ξαλάφρωσε. Και μυϊκά (βαρύς ήταν τελικά..) και ψυχολογικά. Στην αρχή έκλεισε τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο. Αλλά τα δευτερόλεπτα πέρασαν χωρίς τίποτα το σημαντικό να συμβεί. Όταν τα άνοιξε έβλεπε την γυναίκα να κραδαίνει το πιστόλι, αλλά ταυτόχρονα παρατήρησε στα μάτια της, ότι δεν υπήρχε διάθεση για κάτι πιο σοβαρό από την ακινητοποίησή του.
“Κάτσε!” του είπε (αν και ουσιαστικά τον πρόσταξε). Αυτός έφαγε λίγο χρόνο να σκεφτεί που θα καθόταν. “Στον καναπέ, αλήτη”, ακούστηκε η δεύτερη προσταγή και τον προσέβαλλε. Όχι γιατί τον είπε αλήτη, αλλά γιατί το εννοούσε! “Ξέρετε εγώ κύρια..” προσπάθησε να ψελλίσει. Δεν θα της έλεγε μην φέρετε την αστυνομία και άλλα τέτοια. Του είχε ξανατύχει και το καλύτερο είναι να μην λες τίποτε. Για κάποιο μυστήριο λόγο οι σύγχρονοι έλληνες προτιμούν να σε αφήσουν να φύγεις, αν δεν έχει γίνει ζημιά, παρά να μπλέξουν με την αστυνομική γραφειοκρατία, που ποτέ δεν βρίσκει άλλωστε και αυτά που έκλεβε.
“Άσε τα δακρύβρεχτα…. γιατί έκλεψες μόνο τον πίνακα;”. Η φωνή τώρα ήταν χαμηλή, σχεδόν φυσιολογική και βραχνή. “καπνίζει..” σκέφτηκε. Του θύμισε την χαρακτηριστική φωνή μιας τσατσάς στη Νίκαια, στο παράνομο μπουρδέλο με τις Ρωσίδες, που πήγαινε ενίοτε προς ικανοποίηση των βιολογικών του αναγκών. “Ο καλός κλέφτης δεν έχει ποτέ γκόμενα ρε..” του έλεγε ο Φρέντος. “Τίποτε που να σε κρατάει ή που να ξέρει τι κάνεις… κατάλαβες;” και αυτός είχε καταλάβει. Γκόμενες τέλος.
“Λέγε βρε ρεμάλι, γιατί τον πίνακα μόνο;” ακούστηκε και πάλι η φωνή, λίγο αγριεμένη από την έλλειψη απάντησης. “Μου άρεσε…” της είπε. “Για μένα τον πήρα!”. Η γυναίκα χαμηλώνοντας λίγο το πιστόλι κάθησε απέναντι του σε μια πολυθρόνα. Και αυτός τι έβλεπε τώρα; Συγκίνηση; Ένα αλλόκοτο βλέμμα; Χαμόγελο; “Ξέρεις τίποτε για αυτόν τον πίνακα; ” “Τίποτε απολύτως κυρία…” (σαν ζητιανάκι στο δρόμο το είπε το τελευταίο και φοβήθηκε μην την εξαγριώσει αυτό..) “Εμένα θα μου μιλάς κανονικά… και άσε τα δακρύβρεχτα… ” του είπε αυτή. Και άρχισε να του λέει για τον πίνακα. Για τον ζωγράφο που έζησε την ζωή του περιπλανώμενος, επιληπτικός, καταθλιπτικός, αυτοκαταστροφικός. Του είπε για την στιγμή που έκοψε ο ίδιος το αυτί του και τον βάλανε σε άσυλο για ψυχασθενείς. Και μέσα στο άσυλο, ζωγράφισε την “έναστρη νύχτα”, που το αντίγραφο της θα του το έδειχνε μετά.
“Η τέχνη του, έλεγε ο ίδιος, δεν υπάρχει για αυτοικανοποίηση. Αλλά αποτελεί το σουβενίρ που θέλω να αφήσω στην γη που περπάτησα περιπλανώμενος για 30 χρόνια. Ζούσε πάντα φτωχός, δεν κατάφερνε να πουλήσει τους πίνακες του. Αλλά έφτιαξε 872!!!. Ότι και αν έβγαζε από χρήματα τα ξόδευε για αυτό που αγαπούσε”. Κατέβασε τώρα το πιστόλι, σηκώθηκε και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Μπήκαν σε ένα τεράστιο δωμάτιο, γεμάτο πίνακες. Αυτός έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Αυτή είδε την έκπληξη του και του είπε : ” Θα σε αφήσω να φύγεις. Αλλά με μια υπόσχεση : θα έρχεσαι να μιλάμε για πίνακες; “.
Μπορούσε τώρα εύκολα να την σπρώξει και να αποδράσει. Αλλά έστρεψε το κεφάλι του και είδε την σπίθα στο μάτι της. Την συμπάθεια και μια τρυφερότητα. Βλέμματα που δεν είχε συναντήσει πολλές φορές σε ανθρώπους. Κούνησε το κεφάλι σε ένα τεράστιο ΝΑΙ. Και άρχισε να περιπλανάται στο δωμάτιο. Το μάτι του σκάλωσε στην “έναστρη νύχτα”:
Τον είχαν ονομάσει έτσι από τότε που έκλεψε τον πίνακα εκείνου του Ρώσου από την βίλα στην Νέα Ερυθραία, Εκείνης της ξινής που είχε γεροντοκοριάσει. Στα νιάτα της πρέπει να ήταν ωραία γυναίκα. Αυτό που έλεγε η μάνα του μοιραία γυναίκα. Ο πίνακας… τον θυμόταν γιατί του τον είχε αγοράσει μετά ο Φρέντο σε εξαιρετική τιμή. Γιατί ο κλεπταποδόχος του, με μηδενική μόρφωση και εργατική καταγωγή, όταν είδε τις “Πλύστρες” τις γούσταρε πολύ. “Μου θυμίζουν την μάνα μου”, του είχε πει και κράτησε τον πίνακα για αυτόν. Δεν άλλαξε περαιτέρω χέρια.
Αυτός πάλι από ζωγραφική δεν καταλάβαινε. Αν έκλεβε ποτέ πίνακα ήταν για το μέγεθος. Έτσι του είχε πει και ο Φρέντος. Οι μεγάλοι πίνακες πιάνουν πιο πολλά λεφτά. Έτσι κι αλλιώς στα σπίτια που έμπαινε, οι περισσότεροι ήταν μηδενικής αξίας και ούτε καν αυθεντικοί όπως ανακάλυπτε μετά. Ή ήταν από κάτι φιρμούλες έλληνες που είχαν διαλεχτεί γιατί πήγαιναν με το χρώμα στο σαλόνι και τις κουρτίνες. Αυτά του τα είχε εξηγήσει ο “Σφηνάκιας”, όταν έκαναν έστω και για μερικούς μήνες μαζί φυλακή.
Απόψε όμως είχε πέσει σε κάτι που τον συγκλόνισε. Ήταν ένας πίνακας που το μάτι του έπεσε αμέσως. Τα έντονα χρώματα, η αναπαράσταση της νύχτας. Τον έκαναν για μερικά δεύτερα να χάσει την αυτοσυγκέντρωσή του. Τον αγάπησε και αποφάσισε ότι αυτόν τον πίνακα τον ήθελε για τον εαυτό του. Αυτή η γλυκειά βραδιά που έδειχνε σε έναν δρόμο μιας πόλης, με τραπεζάκια έξω και ένα γλυκό φεγγάρι, τον έφερε πίσω. Στην δική του εργατική γειτονιά, στα δικά του καλοκαίρια, στα δικά του φεγγάρια. Εκεί που έμαθε να κάνει την γλύκα της νύχτας όπλο για επιβίωση. Που το φεγγάρι με τις φάσεις του ήταν σύμμαχος ή εχθρός.
Ο πίνακας δεν ήταν πολύ μεγάλος. Τον κατέβασε γρήγορα. Τον τύλιξε με μια κουβέρτα. Θα τον μετέφερε εύκολα στο αμάξι του. Όλα πήγαιναν τέλεια. Και προχώρησε γρήγορα προς το παράθυρο. Ξαφνικά όμως και παρασυρμένος από σκέψεις, το δωμάτιο φωτίστηκε. Και το φως από τον πολυέλαιο στο σαλόνι έπεσε πάνω του με έναν σκληρό ανελέητο πρώτο. Και δεν φώτισε την σκιά του, αλλά το μέσα του απότομα. “Μην κουνηθείς…” του είπε μια σχεδόν στριγγιά φωνή. Σκέφτηκε ότι θα τα έβγαζε εύκολα με την γυναίκα αυτή. Αλλά εκεί έγινε κάτι παράξενο, αντί να πηδήξει με την πραγματικά σωτήρια ταχύτητά του, γύρισε και τη κοίταξε. Ακούμπησε τον πίνακα κάτω. Και σήκωσε τα χέρια του ψηλά. Η γυναίκα κράταγε ένα πιστόλι.
Σύμφωνα με το νέο νομοσχέδιο που ψηφίζεται σήμερα στην Βουλή, απαγορεύεται το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους από 1 Σεπτεμβρίου οριστικά, αμετάκλητα και παντού. Με 2 εξαιρέσεις : μπουζούκια και καζίνο. Εκεί η απαγόρευση θα ισχύσει από 1 Ιουνίου του 2011 και θα υπάρξει και υπουργική απόφαση για την μεταβατική αυτή περίοδο.
Επίσης απαγορεύεται πια οποιαδήποτε εξωτερική διαφήμιση για τσιγάρα ακόμη και στις τέντες των περιπτέρων. Επιτρέπεται εσωτερικά μόνο στα μαγαζιά με είδη καπνού! Προβλέπονται πρόστιμα από 500 έως και 10000 ευρώ για τους παραβάτες.
Επίσης το κάπνισμα όχι μόνο απαγορεύεται στα δημόσια κτίρια, αλλά αν παραβιάζει την απαγόρευση δημόσιος υπάλληλος , θεωρείται ότι διαπράττει και πειθαρχικό παράπτωμα που τιμωρείται και με χρηματική ποινή.
Τέλος η αρμοδιότητα για την παρακολούθηση πάει στις Νομαρχίες (που καταργούνται και δεν έχει διορθωθεί;) και στην Δημοτική Αστυνομία και το Λιμενικό Σώμα (προφανώς για τα μπαράκια σε μαρίνες κλπ).
Α να πούμε ότι σύμφωνα με το νόμο θεωρείται κλειστός χώρος και το σκεπασμένο αίθριο :-)
Οκ. Αυτή την φορά δεν είχε να κάνει πολλά. Ή μάλλον είχε να κάνει με ακρίβεια αυτό που ήξερε να κάνει. Τα πάντα είχαν σχεδιαστεί στην εντέλεια. Αυτός θα ήταν πίσω από το ταμείο του. Αυτές θα έμπαιναν με τα 2 όπλα και θα τον ακινητοποιούσαν. Θα τον χτύπαγαν στο πρόσωπο. Προκαταβολικά τον είχαν γεμίσει φιλιά και χάδια από τις τύψεις. Όταν όλα θα τέλειωναν θα τους έβρισκε εκεί που έπρεπε. Στην μικρή μαρίνα που είχαν γνωριστεί οι 2 γυναίκες. Και μετά θα έφευγαν για πάντα. Η Φρίντα ήταν αυτή που θα τους έδινε κουράγιο σε όλη την διαδικασία. Σκληρή και ακριβής στην σκέψη, τους είχε πει ότι το πρώτο που θα έπρεπε να σκεφτούν είναι η ταχύτητα.
Κάνανε μέχρι και πρόβες στο σπίτι. Όλα έτοιμα και η μέρα έφτασε για να γυρίσει αυτός στην δουλειά. Τέλη του μήνα και κόσμος μπαινόβγαινε για καταθέσεις και επιταγές. Έβλεπε το χρήμα να μαζεύεται στο ταμείο του. Υπολόγιζε ότι είχαν μαζευτεί αρκετά χρήματα σαν τέλος εξαμήνου. Όχι αρκετά για να ζήσουν μια ζωή. Αρκετά όμως για να περάσουν καλά στον ονειρικό κόσμο που αποφάσισαν να καταφύγουν. Έτσι κι αλλιώς τις συμβάσεις τις είχαν αφήσει πίσω. Η υπέρβαση της λογικής τους είχε γίνει. Άρα τι ήταν μετά; Δεν ήξεραν. Αλλά αυτό ήταν αρκετό για να ανεβαίνει η αδρεναλίνη τους και να κινούνται χωρίς να σκέφτονται με την “ηθική” των δεκαετιών που πέρασαν την ζωή τους.
Και εκεί προς το κλείσιμο οι 2 γυναίκες όρμησαν μέσα στο υποκατάστημα. Με μάσκα και τις 2 καραμπίνες στα χέρια. Όσο και αν ήταν προετοιμασμένος σοκαρίστηκε. Δεν μπορούσε να ταυτίσει την εικόνα με τις 2 γυναίκες που ήξερε και του είχαν δώσει τόση ηδονή και τρυφερότητα. Παρέδωσε τα χρήματα σε δεσμίδες. Η Φρίντα την άρπαξε και έτρεξε προς την έξοδο. Η γυναίκα του του έριξε ένα τρυφερό χαμόγελο. Αρκετό για να την σώσει όπως αποδείχτηκε αργότερα. Η Φρίντα βγαίνοντας χτύπησε πάνω σε έναν σεκιουριτά. Δεν τον είχε δει. Έπεσε και μαζί της η τσάντα. Ο σεκιουριτάς έπεσε από πάνω της και την ακινητοποίησε. Αλλά όπως πήγε να α ντισταθεί με την καραμπίνα, αυτή εκπυρσοκρότησε και με μια παράξενη διαδρομή έπεσε κάτω με μια μικρή λίμνη από αίμα. Ο σεκιουριτάς, ένας χοντρός μεσήλικας έσκασε κάτω σαν σακί από το σοκ. Η γυναίκα του ψύχραιμα πήρε την τσάντα κι έτρεξε. Αυτός τα είχε χάσει τελείως.
Ναι η Φρίντα ήταν νεκρή. Η αστυνομία το επιβεβαίωσε. Ο σεκιουριτάς έδινε κατάθεση, έλεγε για την άλλη γυναίκα. Και αυτός επίσης έδωσε κατάθεση. Έμοιαζε τόσο τρομαγμένος που τους έπεισε. Πήγε σπίτι. Άλλαξε. Έκλαψε. Κάπνισε ένα πακέτο από το στρες. Και το βραδάκι κατέβηκε για ένα ποτό στον Φλοίσβο. Είδε τον ασφαλίτη στην γωνία και συνέχισε κανονικά. Πάρκαρε, πήγε στο λιμανάκι. Κάθισε και παρήγγειλε ένα ουίσκι. Σε λίγο ήρθε η γυναίκα του. Ήταν ένα νορμάλ ερωτευμένο ζευγάρι. Μετά από 2 ποτά έγινε διαχυτικός μαζί της. Την πήρε από το χέρι και πήγαν για να περπατήσουν. Ένα γιωτ ήταν έτοιμο να σαλπάρει. Με μια γρήγορη δρασκελιά πήδηξαν μέσα, σηκώθηκε η σκάλα και ο καπετάνιος ανέπτυξε ταχύτητα. Λίγα μίλια πιο κάτω ένα άλλο γιωτ περίμενε. Μετεπίβιβαστηκαν. Δεν τους ξαναείδαν στην πόλη ποτέ.
Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, έκαναν μια εικονική κηδεία στην Φρίντα. Έκλαψαν σαν μωρά. Όχι μόνο από την υπερένταση και την κούραση. Αλλά από την πραγματική απώλεια του ανθρώπου που άλλαξε την ζωή τους. “Θα το είχαμε ποτέ αποφασίσει χωρίς αυτήν;” την ρώτησε. Και αυτή τον κοίταξε με ένα βλέμμα όλο ερωτηματικά. Σκέφτηκε για λίγο και του είπε : “Το ότι κάποιος σου δείχνει έναν δρόμο, δεν σημαίνει ότι θα τον ακολουθήσεις υποχρεωτικά. Δική μας ήταν η απόφαση. Δική μας και η επιλογή. Κάποτε η Φρίντα θα ερχόταν στην ζωή μας. Δεν μας βρήκε αυτή. Εμείς την περιμέναμε.”
Έκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα όλα αυτά που άφησε. Καριέρα, μια φιλόδοξη και τακτική ζωή. Του έσφιξε το χέρι. Και εκείνη την στιγμή μετανιώνοντας για όλα τα σκληρά της λόγια, αισθάνθηκε τι είναι να έχεις έναν σύντροφο. Η τρέλλα του κυνηγημένου μόλις είχε αρχίσει! Αλλά δεν την ένοιαζε πια. Είχε αυτόν.
Ναι ο Σωκράτης Γκόλιας έπεσε νεκρός από σφαίρες. Τραγικό το περιστατικό για τον άνθρωπο. Για την οικογένειά του. Για τον δημοσιογραφικό κόσμο. Και πιο τραγικό για την πολιτική κατάσταση της χώρας.
Για τον Σωκράτη ανώνυμα ή όχι, όλοι ξέραμε, συζητούσαμε για την συνεργασία του με το troktiko.blogspot.com. Για άλλους κίτρινο, για άλλους αποκαλυπτικό, για άλλους απειλή, για άλλους παραπληροφόρηση. Ακόμη και αν δεχτώ τα πιο αρνητικά σχόλια για το συγκεκριμένο blog και ενδεχομένως για τον συγκεκριμένο άνθρωπο, σε μια ευνομούμενη πολιτεία, που περνάει έναν κύκλο ιστορικής κρίσης, το να βγαίνουν πιστόλια δεν είναι στο όριο του τυχαίου συμβάντος. Της ασύμμετρης απειλής.
Ο Σωκράτης Γκόλιας
Πρέπει κάποιος να δει την σχέση ενδεχομένως και μεταξύ ασύνδετων μεταξύ τους περιστατικών. Η βόμβα στο γραφείο του Χρυσοχοϊδη, η υποβάθμιση της εργασίας και της οικονομικής κατάστασης των μικροαστών, τα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος, η χρεωκοπία του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Πρέπει να δει την σχέση μεταξύ αυτοδίκιας και ενός κράτους που δεν λειτουργεί σε βάση δικαίου. Την σχέση μεταξύ κόσμου της νύχτας και “θεσμικού” συστήματος επιχειρηματιών και πολιτικών.
Την σχέση μεταξύ σχολείου και αστυνομικού τμήματος.! Όχι η εκτέλεση του Γκόλια δεν με εξοργίζει, με ανησυχεί για αυτά που έρχονται. Και έχω την αίσθηση ότι ακόμη και το διαδίκτυο που είναι ευαίσθητο σε αλλαγές, δεν καταλαβαίνει , αλλά παρακολουθεί αμήχανα.
ΥΓ. Κάθε σενάριο περί τρομοκρατικής πράξης είναι αστείο και μόνο να λέγεται. Και ίσως θα έπρεπε να ψάξουμε για πρώτη φορά και σε πιο “καθως πρέπει” ομάδες;
Άνοιξε την πόρτα με μια αμηχανία. Δεν ήξερε τι θα του έλεγε, αλλά αισθανόταν όπως ο δύτης που βουτάει στον βυθό μην ξέροντας τι θα συναντήσει. Ναι τώρα είχε μπει στα βαθιά!
Όταν άνοιξε την πόρτα και την είδε αυτόματα άνοιξε τα χέρια του να την αγκαλιάσει. Του είχε λείψει τελικά. Πολύ!
Μόλις είδε τα ανοιχτά του χέρια έτρεξε και χώθηκε ανάμεσά τους. Ήταν όμορφη αίσθηση της είχε λείψει. Ή ήταν απο συνήθεια; Εκείνη την ώρα ξέχασε την γυναίκα με τα μπλε μάτια στο κρεββάτι της. Ήθελε αυτόν. Μνήμες, μυρουδιές, συναισθήματα, ήταν όλα εκεί.
Άφησε την τσάντα του κάτω και την φίλησε με πάθος.
Άνοιξε τα χείλια της και αισθάνθηκε να πλημμυρίζει από πάθος. Τον έγδυσε και τον τράβηξε στο καναπέ.
Της έκανε έρωτα σαν τρελλός. Χάθηκε στον πόθο.
Άκουσε τον θόρυβο. Σηκώθηκε από το κρεββάτι της. Πήγε προς τον θόρυβο. Και τους είδε στον καναπέ. Δεν έβγαλε άχνα. Τους κοίταγε και το θέαμα την εξιτάριζε φοβερά. Μετά από λεπτά δισταγμού έκανε φανερή την παρουσία της.
Είδε τα μπλε μάτια να πλησιάζουν και σοκαρίστικε. Αλλά παραδομένος στο πάθος δεν αντέδρασε. Αντίθετα. Αισθάνθηκε περισσότερο παθιασμένος. Η γυναίκα τον πλησίασε και του έδωσε ένα παθιασμένο φιλί.
Όταν τους είδε να φιλιούνται τρελλάθηκε από πάθος. Ίσως και ενδόμυχα να το ονειρευόταν.
Κααι οι 3 τους συνέχισαν. Με πάθος και πρωτόγνωρες εμπειρίες. Δεν τους ένοιαζε πια η αιτία. Απολάμβαναν το αποτέλεσμα.
Όταν αποκαμωμένοι ξάπλωσαν στο κρεββάτι που είχαν καταλήξει, δεν μίλαγε κανένας. Δεν του είχε κάνει καν εντύπωση ότι μοιράστηκαν τα κορμιά τους και τις αισθήσεις τους. Σηκώθηκε, φίλησε και τις 2 και πήγε να φτιάξει καφέδες. Μια άλλη περίοδος ξεκίναγε στην ζωή του. Δεν ήξερε αν όλα ήταν τυχαία ή ένα καλοσχεδιασμένο πλάνο. Τον ένοιαζε; Το ένστικτο του έλεγε να ακολουθήσει την δυναμική των πραγμάτων. Που δεν απαιτούσε από αυτόν να κάνει κάτι συγκεκριμένο. Απλώς να είναι εκεί.
Ήρθαν στην κουζίνα και οι 2 γυναίκες. Αυτή άνοιξε το ραδιόφωνο. Μετά την συνεύρεσή τους η Φρίντα τα είχε πει όλα με την παρουσία της. Η ίδια δεν χρειαζόταν να του πει τίποτε. Και όσο τον έβλεπε χαρούμενο και ομιλητικό, αισθανόταν ότι τον αγαπούσε πιο πολύ. Δεν την είχε κρίνει, περιέργως δεν είχε βγάλει την ανασφάλειά του και την είχε εκπλήξει.
Από τις σκέψεις τους βγήκαν όταν μίλησε η Φρίντα. Ο καταλύτης της σχέσης τους. Τους πρότεινα να πάνε μια βόλτα στην πόλη. Και το μεσημέρι όταν έπιναν ρακές, δίπλα στην θάλασσα. Τους είπε το σχέδιο της. Δεν μίλησαν. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Και χωρίς δεύτερη σκέψη πήρε την απόφαση του. Ναι θα το έκαναν.