Δεν είχε πάνω από 8 μήνες που είχε εκλεγεί βουλευτής. Από την μικρή του παραθαλάσσια επαρχία. Σοβαρός και στιβαρός – λόγω και μεγέθους- απολάμβανε την δική του μοναδική εξουσία. Όχι δεν θα γινόταν υπουργός και το ήξερε, αλλά του αρκούσε για αυτόν και τους ψηφοφόρους του η ελπίδα… η ελπίδα μιας εξουσίας που θα τακτοποιούσε τις μικρές του προσωπικές εκκρεμότητες.
Στην πρωτεύουσα πέρναγε καλά. 4 μέρες την βδομάδα, μόνος και μακριά από το πολύβουο γραφείο του, που είχε να εξυπηρετήσει άπειρα θέματα, μικρά και μεγάλα για τον τόπο του. Όχι ότι δεν τον ένοιαζε. Το αντίθετο και πολύ μάλιστα. Αλλά ακόμη και ο βουλευτής συνειδητοποίησε ότι είναι μικρός στην Αθήνα. Ειδικά όταν βρίσκεται στις παρυφές ενός συστήματος εξουσίας. Ιδιαίτερα μορφωμένος δεν ήταν, για την μικρή του επαρχία θεωρούνταν ένας εξαιρετικός ρήτορας δικηγόρος. Οικονομικά ήταν καλά. Οικογενειακά άψογα. Και τώρα του είχε έρθει το θείο δώρο της εκλογής. Με τα ποσοστά που πήρε το κόμμα του εκλέχτηκε τελευταίος και καταϊδρωμένος, αλλά για αυτόν ήταν θείο δώρο.
Τώρα στις παρελάσεις και τις γιορτές ήταν τιμώμενο πρόσωπο, όλοι του μίλαγαν με το περισπούδαστο ύφος που παίρνει κάποιος όταν συνομιλεί με την εξουσία. Του έλεγαν μικρά και μεγάλα μυστικά, προσπαθούσαν να τον πείσουν και να τον νουθετήσουν, ώστε να μεταφέρει εκεί κάτω στην Αθήνα, τον πόνο και τα προβλήματα του εργαζόμενου λαού. Εντάξει… μερικές φορές και του εργαζόμενου εργολάβου. Είχε γίνει παιδί του λαού.
Σήμερα όμως ήταν μια συνεδρίαση που θα μίλαγε. Θα ρώταγε τον υπουργό μεταφορών για τα προβλήματα των δρομολογίων των πλοίων στο λιμάνι τους. Μέγα θέμα για την πατρίδα του, αλλά μάλλον αδιάφορο για την κεντρική εξουσία. Και ήξερε ότι σήμερα θα του ερχόταν ο ίδιος ο Υπουργός γιατί μετά είχε να συζητήσει το νομοσχέδιο του. Άρα ευκαιρία να δείξει στους συντοπίτες του ότι δεν υπολόγιζε τίποτα μπροστά στο τοπικό καλό. Αυτός ήταν η φωνή τους….
Μπήκε στην αίθουσα και είδε την νεαρά πρακτικογράφο που του άρεσε πολύ. Ξανθιά και ψηλή, με ένα πονηρό βλέμμα όλο υποσχέσεις. Πόσο ήθελε να βρει ευκαιρία να της μιλήσει. Αλλά 4 χρόνια στην Αθήνα τουλάχιστον και ήθελε να έχει κι αυτός τον έρωτα του. Αλλά πως να την προσέγγιζε; Και αυτό διακριτικά.. γιατί είχε δει και τον υπουργό που την φλέρταρε ενίοτε. Και τότε του ήρθε η φοβερή ιδέα. Την ώρα που θα τέλειωνε την ομιλία του, θα της έδινε μαζί με τα έγγραφα και το τηλέφωνό του με ένα σημείωμα. Σημείωμα που θα την καλούσε να τον καλέσει στο τηλέφωνο.
Ήρθε η ώρα του, πήγε στο βήμα, πλησίασε την πρακτικογράφο και της πέρασε το μήνυμα μαζί με ένα έγγραφο του λιμεναρχείου του τοπικού. Αυτή πήρε το μήνυμα και δεν αντέδρασε καθόλου. Αυτός έφυγε από την αίθουσα και δεν τόλμησε να γυρίσει να τον δει. Όταν ώρες μετά χτύπησε το τηλέφωνο του ήταν ο ίδιος ο Υπουργός. Σοκαρίστηκε! Άκουσε την βαριά φωνή του να του λέει : “Συνάδελφε είστε καινούριος, κατανοώ το θέμα που έχει κάποιος με την μοναξιά του, αλλά να είστε κόσμιος…. θα επιθυμούσα να μην ξαναενοχλήσετε υπάλληλο της Βουλής..”. Και του το έκλεισε αυταρχικά, απότομα, αγενώς.
Τότε ίσως για πρώτη φορά να καταλάβε, ότι το βασικότερο πράγμα στην πολιτική είναι να έχεις την συναίσθηση του μεγέθους σου. Ή της ανυπαρξίας του. Και από τότε έγινε ένας σεμνός βουλευτής, που αποφάσισε ότι μάλλον δεν θα ξαναεκλεγεί… Και όντως δεν ξαναεκλέχτηκε. Για να ακριβολογούμε δεν κατήλθε καν στις εκλογές. Παραιτήθηκε υπέρ μιας νέας ξανθιάς κυρίας, με κοινή καταγωγή.
