Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου του 1974 η μητέρα μου πήρε εμένα και την αδερφή μου (τρίτη ήτανε , εν τω μέσω των καλοκαιρινών διακοπών) να επισκεφτούμε την νονά μου στον Κολωνό. Εκείνη την εποχή μέναμε στο Παγκράτι, ακριβώς απέναντι από το έβδομο γυμνάσιο μπροστά στο Άλσος Παγκρατίου, με το μικρό του θεατράκι- αναψυκτήριο. Πρέπει να ήταν γύρω στις 5 το απόγευμα. Η καλοκαιρινή ζέστη αφόρητη, όσο περιμέναμε για να πάρουμε ταξί. Οι δρόμοι άδειοι. Μετά από αρκετή ώρα ένας ταξιτζής με ένα Opel Record (για όσους το θυμούνται ένα από τα κλασσικά ταξί της εποχής, που μπροστά είχε ενιαίο κάθισμα οδηγού -συνοδηγού και κάθονταν και 2 άτομα εκτός του οδηγού…) σταμάτησε και μας πήρε λέγοντας : “Αν μας αφήσουν όμως να περάσουμε ..”.

Opel Record του '70
Χωθήκαμε στο πίσω αναπαυτικό κάθισμα. “Μα τι συμβαίνει και είναι άδειοι οι δρόμοι;” ρώτησε ευγενικά η μητέρα μου. “Δεν ξέρω τι γίνεται κύρια μου” απάντησε με το ίδιο ευγενικό ύφος ο οδηγός. “Είναι από το πρωϊ κλεισμένοι στην Βουλή…”. “Ανοίξανε την Βουλή;” ρώτησε πια με απορία η μητέρα μου!!! “Ότι ξέρετε… ξέρω. Για να δούμε αν θα μας αφήσουν να περάσουμε..!!!”. Κατεβήκαμε την Βασιλίσσης Σοφίας και είδα τους φαντάρους έξω από την βουλή. Μπήκαμε Πανεπιστημίου και είδα την ανακούφιση στον οδηγό που δεν μας σταματήσανε. Η Πανεπιστημίου σχεδόν άδεια. Έτσι πολύ γρήγορα φτάσαμε στον Κολωνό, πίσω από τον σταθμό Λαρίσης. Εγώ και η αδερφή μου πήγαμε να παίξουμε στον λόφο μαζί με άλλα παιδάκια και η μητέρα μου με την νονά μου ήταν στο εκκλησάκι της Αγίας Ελεούσας που ήταν ακριβώς από κάτω.
Κατά το βραδάκι στις 8 άκουσα τις πρώτες κόρνες. Αυθόρμητα σκέφτηκα ότι ήταν γάμος. Αλλά Τρίτη και γάμος δεν γινότανε… Άκουσα και άλλες κόρνες πιο πολλές, μια αναταραχή άρχισε να αναμεταδίδεται στην ατμόσφαιρα.. χωρίς κανένα εξωτεριό σημάδι, σαν ένα αόρατο πεδίο που μαγνήτιζε συναισθήματα. Κάτι ένιωσα, κάτι άκουσα; Δεν θυμάμαι… θυμάμαι όμως το “Η Χούντα έπεσε…”. Η Χούντα έπεσε; “Δηλαδή τώρα μιλάμε φωναχτά” σκέφτηκα μέσα μου (βλέπεις τόσα χρόνια με είχαν δασκελέψει να μιλάω με σιγανή φωνή, να φοβάμαι τους συμμαθητές μου, να μην λέω τι συζητάγαμε σπίτι..). Πήρα την αδερφή μου από το χέρι και τρέξαμε στην μάνα μου. Θυμάμαι ότι μια έκλαιγε μια γέλαγε. Η νονά (γνωστή χουντική, που όλο έλεγε τον πατέρα μου κομμουνιστή..) δεν γέλαγε πάντως. Και δεν ξέρω αλλά μου άρεσε που είχα ένα διαστροφικό χαμόγελο στο πρόσωπο που την θύμωνε.

Ο Αντρέας και η οικογένεια την μέρα που έφευγαν.. ναι το ψηλό παιδάκι είναι ο Γιώργος
Μετά από λίγο η μάνα μου μας πήρε από το χέρι και ξεκινήσαμε για το σπίτι… Με τα πόδια!!! Από την Ομόνοια και μετά τα πόδια μου είχαν αρχίσει να κουράζονται, αλλά έβλεπα γύρω μου ένα τρελλό πανηγύρι. Τα ατοκίνητα σταματημένα πια, εγκλωβισμένα στο πλήθος που φώναζε, γέλαγε, πανηγύριζε. “Δημοκρατία…” και η λέξη μου φάνηκε μαγική εκείνη την βραδιά. Ανηφορίσαμε την Πανεπιστημίου, μπήκαμε στην Βασιλίσσης Σοφίας και στρίψαμε στην Ηρώδου του Αττικού. Εκεί ήταν το σπίτι του Καραμανλή. Στην γωνία χαμηλά με την Βασιλέως Κωνσταντίνου, ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο που κρατούσε κεριά αναμμένα. Ήταν το μόνο βράδυ που δεν υπήρχαν κόμματα ή διαχωρισμοί. Επιτέλους αναπνέαμε. Πήγαμε σπίτι, η μάνα μου μας άφησε μόνους, πήρε τον πατέρα μου και βγήκανε στην Βουλιαγμένης. Περίμεναν ότι έρχεται ο Καραμανλής, αλλά πιο πολύ τους ένοιζε ότι ερχόταν ο Αντρέας!!! Ο άνθρωπος που επιτέλους θα έφερνε την αλλαγή στην χώρα…
Εγώ έπεσα για ύπνο. Και είχα στο μυαλό μου ότι η Δημοκρατία πρέπει να είναι ένα πολύ ωραίο πράγμα, που έκανε τους ανθρώπους ευτυχισμένους και ανέμελους. Μετά από πολλά χρόνια έμαθα πόσο κοστίζει να έχεις Δημοκρατία με ανθρώπους ευτυχισμένους και ανεμέλους….
Δεν θα μπω καν στην φημολογία ως προς τα κίνητρα του καθηγητή που κάποτε θαύμαζα στην Νομική Σχολή του Αριστοτελείου. Του ανθρώπου που έχει εκφράσει καταπληκτικές νομικές απόψεις για τα συνταγματικά δεδομένα της χώρας. Για τον εισηγητή της αντιπολίτευσης στην ψήφιση του Συντάγματος το 1974!!!



