Αναρτήσεις με ετικέτα ‘Ιστορίες Σωτήρη’

Ιανουαρίου 30, 2009

Ο ταξιδευτής….

Μια ζωή με μια βαλίτσα στο χέρι. Αυτό σκεφτόταν όσο πλήρωνε τον ταξιτζή και έβγαζε τα πράγματά του από το πορτ-μπαγκαζ. Άλλο ένα ταξίδι. Βρυξέλλες αυτή την φορά. Έφτασε στο check in και πήγε μετά να δει μια φίλη του στην ΟΑ, στην έκδοση εισιτηρίων. Πήγε της πήρε και καφέ και έκατσαν να μιλήσουν για 5 λεπτά. Τα γνωστά… Τι θα γίνει με την ΟΑ, πόσο παπάρας είναι ο Χατζηδάκης κλπ.

Μετά κατευθύνθηκε προς το gate, χαιρέτησε κανά 2 γνωστούς που πέταγαν και αυτοί προς άλλες κατευθύνσεις (η ξεχωριστή ράτσα των ταξιδιάρηδων, οι σύχγρονοι νομάδες…) και έφτασε στις αναπαυτικές καρέκλες της αίθουσας αναχωρήσεων. Είχε ακόμα 15 λεπτά. Άρχισε να παρατηρεί γύρω του τους συνεπιβάτες του. Και θυμήθηκε τις φοβερές καταστάσεις στο Ελληνικό, στην αίθουσα αναχωρήσεων. Πόσα βράδια ολόκληρα είχε φάει εκεί, με καθυστερήσεις και αναμονές πτήσεων τα ξημερώματα, με ζητιάνους και “γνωστούς” τρελλούς της νύχτας και της νύστας…

Τώρα Ελ. Βενιζέλος. Χλίδα!!! Όσο στοιχιζόταν στην ουρά για να τσεκάρει το boarding pass, έκοβε την μπροστινή του. Για Ελληνίδα δεν φαινόταν. Και προσπάθησε να δει το νούμερο της θέσης του δικού της boarding pass. Μπας και καθόταν δίπλα…Μια εποχή ήταν το αγαπημένο του σπόρ, να μαντεύει ποιός θα κάτσει δίπλα του. Θεωρούσε τον εαυτό του φοβερό γκαντέμη, αφού 9 στις 10 ήταν ή κανάς φαντάρος στα εσωτερικού, ή καμία κυρία που συνήθως ο όγκος της ξεχείλωνε εκτός θέσης!!!

Σήμερα περίμενε κανα λαθρομετανάστη ή κανα δημόσιο υπάλληλο, κάποιον από τις περίφημες τεχνικές επιτροπές. Κάποτε τρελλαινόταν να κάνει γνωριμίες και δημόσιες σχέσεις. part of the bussiness. Τώρα βαριόταν και αυτό. Αρκετές και αρκετούς γνώρισε. Τώρα απλώς περίμενε μπας και πέταγε καμιά φίλη του ως πλήρωμα από την ΟΑ. Είχε χρόνια που είχε ανακαλύψει ότι μόνο με τις αεροσυνοδούς μπορούσε να τα βρει (παντρεύτηκε και μια για 2 χρόνια…αλλοδαπή!!!). Κι αυτό γιατί και αυτές όπως και ο ίδιος, “πετούσαν στα σύννεφα”.

Όσες είχε γνωρίσει ήταν έξω καρδιά, μορφωμένες με μια σπάνια ποιότητα και “πάνω” από την καθμερινότητα. Θυμόταν σε ένα ταξίδι που μια φίλη του, πήρε ένα μωρό στην αγκαλιά, που είχε σκάσει στο κλάμα (η φοβερή ιστορία με τα ασυνόδευτα…που με κακέτρεχε με τον δικό μου γιό , όποτε ταξίδευε να με βρει σε άγνωστα και παραμυθένια για αυτόν μέρη..) και του μίλαγε σχεδόν σε όλο το ταξίδι για τα σύννεφα…Το πιτσιρίκι είχε χαζέψει και είμαι βέβαιος ότι εκείνη η κουβέντα ήταν το πιο ωραίο παραμύθι που είχε ακούσει ποτέ…

Μπήκε στο αεροπλάνο και τον χτύπησε η γνωστή μυρουδιά του καφέ που ετοιμαζόταν. Ανακατεμένη με την μυρουδιά του φαγητού στο microwavve και την περιέργη οξυγόνωση του αεροπλάνου. “Επιτέλους σπίτι”, σκέφτηκε.  Και στο βάθος είδε ένα βλέμμα να ξυπνάει και να του χαμογελά. Ωραία πέταγε με την φίλη του την Αγγέλα. Της χαμογέλασε, εκείνη του έκλεισε το μάτι, του πέταξε κι ένα ” Καλώς ήλθατε κύριε μου..” και βλέποντας τα βλέμματα γεμάτα ζήλια των συνεπιβατών του, έκατσε στην θέση του. Είχε πάλι προβλέψει σωστά, έκατσε δίπλα του ο πιο ανέραστος δημόσιος υπάλληλος…

Το αεροπλάνο γεμάτο, η Αγγέλα στο τρέξιμο, άρα που χρόνος να μιλήσουν, προτίμησε λοιπόν να φάει (α ρε φοβερή ΟΑ με τα γεύματα σου…), χτύπησε 2 μπύρες και έκλεισε τα μάτια του. Η σκέψη της Αγγέλας και του καταπληκτικά όμορφου προσώπου της τον χαλάρωσε. Σκέφτηκε τα ταξίδια του. Την ζωή του. Την μη συμβατότητα του με τον περίγυρο κάθε φορά που προσγειωνόταν. Γιατί μόνο αυτός και οι αεροσυνοδοί, μπορούσαν να καταλάβουν την διαφορά του εφήμερου από το διαρκές… Την διαφορά της απόλαυσης από την σχέση, την διαφορά της απουσίας από την καθημερινή τρίβη…

Αυτός ήταν και ο λόγος που συγκινούσε τις γυναίκες σε κάθε παρέα. Και που προκαλούσε το μένος των συζύγων τους… Και που ποτέ δεν έκατσε μαζί του μια “νορμάλ” γυναίκα”. Τον χαρακτήριζαν ασταθή. Αν και πάντα τον ήθελαν στο κρεββάτι τους… Αλλά αυτός δεν θα άλλαζε ποτέ την ζωή του. Όπως και όλοι οι όμοιοι του. Δηλαδή, οι διπλωμάτες, οι ναυτικοί, οι ex-pats των ΜΚΟ. Η ζωή της γύρας και των “μυστικών” θησαυρών. Που συνήθως δεν αφήνεις τους άλλους να τον αγγίξουν…γιατί είναι η ίδια η ύπαρξή σου. Οι εξαιρέσεις είναι ωραίες τύπισσες σαν την Αγγέλα…¨Ανοιξε τα μάτια του και είδε το wow κωλαράκι της να κινείται μπροστά του… Βλέποντας κι άλλους 10 επιβάτες να κάνουν το ίδιο, αισθάνθηκε τυχερός που είχε βγει μαζί της για καφέ….Και έκλεισε τα μάτια του πάλι ευχαριστημένος!!!

Ιανουαρίου 22, 2009

Ο σύμβουλος…μια πολιτική ιστορία!

Ξεκίνησε για το γραφείο βαρύς. Είχε δεν είχε 2 μήνες που ανέλαβε δίπλα στον Δήμαρχο σύμβουλος του. “Σύμβουλος Ανάπτυξης”, ωραίος και βαρύγδουπος τίτλος. Και από τότε που ανέλαβε το είχε σκυλομετανιώσει… Αλλά ας όψεται η ανάγκη μεροκάματου. Τώρα στην εποχή των ισχνών αγελάδων κάτι ήταν κι αυτό.

Πήρε το μετρό και έβλεπε τις καστούφικες φάτσες όλων. Λες και ήταν σε καμιόνι με υποψήφιους προς εκτέλεση. Του άρεσε πάντα η πρωϊνή παρατήρηση στο μετρό. Από τότε που έγινε, έκανε πιο life style την μετακίνηση. Η αστική τάξη που είχε σύμβολο την αυτοκίνηση, έπαιρνε όλο και πιο συχνά το μετρό. Έβλεπε φάτσες με γραβάτες και κοστούμια, κυρίες καλοντυμένες και με ακριβά ρολόγια και ωραία και ακριβά παπούτσια (από μικρός είχε το βίτσιο να παρατηρεί τα γυναικεία παπούτσια..), να περιμένουν υπομονετικά τον συρμό που θα τους πήγαινε στην δουλειά ή στα ψώνια. Ήταν και περίοδος εκπτώσεων, οπότε όλο και περισσότερος γυναικείος πληθυσμός από τα βόρεια τους έκανε την χάρη να “πατήσει το πόδι της” στον συρμό.

Έφτασε στην στάση του και κατέβηκε. Σήμερα δεν είχε γραφείο, αλλά συνέδριο. Και θα πεταγόταν και στο Υπουργείο Ανάπτυξης για μια δουλειά. Έφτασε στο πολυτελές ξενοδοχείο που θα γινόταν το συνέδριο, ακολούθησε τις ταμπελίτσες, γράφτηκε στην γραμματεία και πήρε τον φάκελο. Σκέφτηκε άλλη μια ημέρα που θα άκουγε ωραία επιστημονικά όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο, που όμως ότι και να εφαρμοζόταν, αυτός ο καλύτερος κόσμος δεν θα ερχόταν. Όχι δεν μπορούσε να πει, η δική του ζωή είχε βελτιωθεί. Ίσως και άλλων μορφωμένων, με καλή οικογένεια και καλές σχέσεις στην Ελλάδα των “γνωστών”. Αλλά τόσα χρόνια τους φτωχούς φτωχούς τους έβλεπε και τους πλούσιους πλούσιους. Δεν είχε καταλάβει καμιά αλλαγή. Ίσως περισσότερο “αριστερο” φιλότιμο, από κανέναν γιατρό ή καναν δικηγόρο ή κανέναν δημόσιο υπάλληλο.

Εξ άλλου τόσα χρόνια που δούλευε με την τοπική ανάπτυξη και τα προγράμματα, όλο άλλα άκουγε και έβλεπε να γίνονται. Ανθρώπους καλών προθέσεων να μετατρέπονται σε κοράκια για το χρήμα των κοινοτικών ταμείων, επιχειρηματίες με όνειρα να “ψιλοκλέβουν” στα επενδυτικά τους σχέδια, δημάρχους που επαγγέλονταν τα πάντα πριν εκλεγούν να μην έχουν ιδέα τι ανέλαβαν και να πελαγώνουν στο μικρορουσφέτι και στην “εξυπηρέτηση”. Μεγάλωσε πια και δεν περίμενε πολλά. Και ασχολούνταν ενίοτε με αυτά που ήταν μικρά και ίσως έκαναν -ειδικά τους νέους- κάποιους να χαίρονται.

Ιδεολογικά δεν ήθελε να το σκέφτεται σε τι γρανάζια είχε μπλέξει. Έβλεπε πια κι αυτός το μεροκάματο. Καλά πληρωνόταν, είχε και μια δουλειά με κύρος και δεν θα έσκαγε στον κάθε αμόρφωτο και ημιμαθή δήμαρχο τι είναι η τοπική ανάπτυξη. Στο κάτω κάτω, ότι καλό και προχωρημένο είχε προτείνει στην ζωή του τζάμπα πήγαινε. Ότι ήταν μέτριο και μάλλον “τετριμμένο” προχώραγε και με συγχαρητήρια. Γιατί κανείς δεν ήθελε να κουραστεί, να αλλάξει, να κοπιάσει, να επενδύσει στο μέλλον.

Σκεφτόμενος τις ιδεολογικές παπαριές του, είδε δίπλα του αλλοδαπή ξανθιά και σοβαρά ντυμένη, να παρακολουθεί αυτόν που μίλαγε εκείνη την ώρα στο βήμα. Αυτή σαν να είχε ένα αόρατο μάτι, κατάλαβε ότι τον κοιτούσε και γύρισε προς το μέρος του. Αυτός δεν πήρε τα μάτια του από πανω της και εκείνη του χάρισε ένα απέραντο χαμόγελο, με αρκετή δόση κοκεταρίας. “Σκανδιναβή” είπε από μέσα του. Και χωρίς ντροπή σηκώθηκε και πήγε στο διπλανό της κάθισμα που ήταν άδειο. Της συστήθηκε και μέσα του σκέφτηκε : “Τον κόσμο δεν τον αλλάζουμε με συνέδρια, αλλά την μοναξιά μας την πολεμάμε….”.

“My name is Gretta, from Norway…” και του έδειξε το καρτελάκι της. Αυτός χαμογέλασε και χάθηκε στην νέα περιπέτεια του διημέρου που ερχόταν. Μπορούσε να αναβάλλει και την επίσκεψη στο Υπουργείο. Η γραφειοκρατία μπορούσε να περιμένει….

Ετικέτες:
Ιανουαρίου 20, 2009

Το διαζύγιο ΙΙ…(female version)!

Κλείδωνε το γραφείο της, όταν σκέφτηκε ότι ευτυχώς μια ανιαρή μέρα τέλειωσε χωρίς πολύ δουλειά. Προχώρησε προς το ασανσέρ και πάτησε το κουμπί. “Μετά να πάρω λεωφορείο ή ταξί;” σκέφτηκε. Αισθανόταν αρκετά χαλαρή για να πάρει το λεωφορείο. Να χαζέψει και λίγο κόσμο, πριν ξαναχωθεί στο σπίτι, με παιδιά-διάβασμα-φαγητό και καθαριότητα. Α ναι, να αντιμετωπίσει και τον σύζυγο.

Κατέβηκε 6 ορόφους και βγήκε στον δρόμο απορροφημένη στην σκέψη της. Σήμερα είχε μιλήσει στο facebook πάλι με τον Μάκη. Έναν άντρα που γνώρισε τυχαία σε ένα από όλα τα applications. Του είχε πει ψέματα στο θέμα του γάμου. “Χωρισμένη με 2 παιδιά” του δήλωσε αυθόρμητα…Και μετά όταν το σκέφτηκε, καταλάβε ότι εξέφρασε έναν ευσεβή πόθο. Στα 40 της, παρέμενε μια ωραία γυναίκα, αν έκρινε από τα βλέμματα των άλλων όταν φόραγε το μινάκι της, με το δικτυωτό καλτσόν. Βέβαια είχε πάνω από χρόνο να βγει και να το φορέσει. Αλλά την τελευταία φορά που είχαν βγει την “κάρφωναν” τα αντρικά μάτια και κυρίως από τους πιτσιρικάδες. Η φίλη της η Λίλα, παντρεμένη και αυτή, το είχε κάνει με έναν πιτσιρίκο 25 ετών. Και κάθε φορά που σκεφτόταν τις περιγραφές της, μάλλον την ζάλιζε ελαφρά η ιδέα.

Και μόνο η ιδέα βέβαια. Γιατί παρέμενε προσηλωμένη στον γάμο της. Με πολλούς πειρασμούς βέβαια, όπως και ο Μάκης στο facebookιον, -που έλεγε και ο άντρας της κάνοντας πλάκα-. Ο Μάκης ήταν ωραίος, γοητευτικός σαν μυαλό (έτσι κι αλλιώς δεν τον είχε δει ακόμα..) αλλά και ασταθής. Μια λέξη της ερχόταν στο μυαλό : Ανασφάλεια!!!

Από την άλλη ο άντρας της. Ά ρε Κώστα, που είναι τα τρέλλα σου όνειρα, για μια άλλη ζωή. “Έξω από συμβάσεις”, όπως μου έλεγες. Με ταξίδια, συζητήσεις και αναζήτηση. Τώρα τον έβλεπε κάθε μερά να διαβάζει μόνο αθλητικές εφημερίδες, ούτε ένα βιβλίο δεν αγόραζε πια. Λες και είχε παραιτηθεί από το μυαλό του. Και απεναντί της ήταν καλός και ευγενικός όπως πάντα, αλλά σαν να το έκανε “επαγγελματικά¨. Απέφευγε το σεξ και όταν γινόταν ήταν περισσότερο ανάγκη, παρά οι παλιές καλές τρυφερές στιγμές που επιβεβαιώναν την αγάπη τους. Τώρα σεξ και μετά σιωπή…ή ύπνος!!!

Βαρέθηκε αυτή την ζωή της επανάληψης και της αδράνειας. 40 χρονών ήτανε. Νέα και έτοιμη για αλλαγές. Το αισθανόταν πολύ έντονα τον τελευταίο καιρό. Αισθανόταν ότι ήρθε η ώρα για μια ξεκάθαρη κουβέντα με τον άντρα της. Με την σκέψη αυτή έφτασε στο σπίτι και άνοιξε με τα κλειδιά της. “Ήρθα κι εγώ”, φώναξε! Μπήκε στην κουζίνα και είδε τον μεγάλο της γιό και σαν να αισθάνθηκε άσχημα για τις προηγούμενες σκέψεις της, τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Της ξέφυγε λίγο πιο δυνατό το σφίξιμο και το παιδί την είδε με απορία…Τότε είδε και τον μικρό να έρχεται από πίσω και να την αγκαλιάζει κι αυτός όλο παράπονο. Γύρισε και του έριξε ένα σκαστό φιλί. Και τότε σηκώθηκε και ο Κώστας , με την τεράστια αγκαλιά του, που κάποτε ήταν το καταφύγιο της, και έκανε μια κίνηση να τους αγκαλιάσει όλους μαζί.

Μια γλύκα έτρεξε σε όλα της το κορμί, αλλά την χτύπησε στο κέντρο της καρδιάς της. “Ασφάλεια”, σκέφτηκε και έκλεισε με ανακούφιση τα μάτια της.

Ιανουαρίου 17, 2009

Το διαζύγιο…

Απογευματάκι γύρισε σπίτι. Κουρασμένος. Τα παιδιά διαβάζαν στα δωμάτια τους. Αυτός πήγε στην κουζίνα έβαλε το φαγητό στο microwave (γαμώ τα αγγλικά μου σκέφτηκε…) και έκατσε στο μικρό τραπεζάκι, ακουμπώντας την εφημερίδα (τηn free press που έπαιρνε κάθε πέμπτη) και έβαλε μηχανικά ένα σουπλά, μια ένα ποτήρι και μαχαιροπήρουνο. Άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε το τενεκεδάκι της μπύρας. Μηχανικά έβγαλε και το πιάτο από τον φούρνο και έκατσε να φάει. Ήθελε μισή ώρα ακόμα να γυρίσει η Κλαίρη από την δουλειά και με την ησυχία στο σπίτι, είχε την ευκαιρία να ξεχαστεί στην εφημερίδα.

Διάβαζε τις αράδες μπροστά του, αλλά το μυαλό του δούλευε. Δεν ήθελε να σκεφτεί αλλά η ιδέα ήταν κολλημένη εδώ και μέρες στο μυαλό του. “Διαζύγιο”. Είχε αρχίσει να σκέφτεται την λέξη και να μην την φοβάται. Δεν είχε ακόμα προσδορίσει γιατί αισθανόταν αναγκασμένος σχεδόν να το σκεφτεί. Δεν του άρεσε πια τίποτα από την κοινή ζωή τους. Μαζί είχαν να βγαουν κανά 2 μήνες (έπρεπε να περικόψουν τα έξοδα με την σημερινή κρίση…και άρα για να βγουν τα φροντιστήρια των παιδιών, οι δόσεις από τις κάρτες και του στεγαστικού και τα τρέχοντα …έβραζαν στο ζουμί τους..) και όταν βγήκαν τελευταία φορά ήταν στο σπίτι των κουμπάρων. Δεν καλούσαν πια και κόσμο, εκτός από τον αδερφό του με την γυναίκα του και τα παιδιά. Κυρίως για να παίξουν τα παιδιά…

Έβλεπε και την Κλαίρη. Τίποτα δεν θύμιζε την ατίθαση ξανθιά, φοιτήτρια της νομικής, που γνώρισε στο πανεπιστήμιο στην Θεσσαλονίκη σχεδόν 20 χρόνια πριν. Ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν μόλις πήραν πτυχίο με την Κλαίρη ήδη έγκυο. Με τα μέσα του πατέρα της (του συγχωρεμένου πια..) μπήκε στο νομικό τμήμα της Εμπορικής Τράπεζας και αυτός σαν μηχανικός στον ΟΤΕ. Καλές εποχές εκεί αρχές του 90. Όνειρα, φιλοδοξίες και μια ήρεμη τακτική ζωή, με κουβέντες πολιτικές, με κάποιον ακτιβισμό (κατέβαιναν τότε και στις πορείς επί Μητσοτάκη..) ερωτική και μαχητική ατμόσφαιρα.

Τώρα απλώς ζούσαν…με το καθημερινό άγχος μιας ζωής που προσπαθούσαν να βρουν τον σκοπό. Δεν αισθανόταν πια τίποτα. Και το σεξ ανάγκη ήταν πια και τίποτα άλλο…(όποτε γινόταν και όπως γινόταν…του πεντάλεπτου..). Καμιά ενδιαφέρουσα συζήτηση, καμιά ενδιαφέρουσα παρέα. Και το έβλεπε καθαρά : όταν έμενε μόνος στο σπίτι (ακόμα και με τα παιδιά όπως τώρα..) αισθανόταν ανακούφιση. Πέρασε πια τα 40 και όσο σκεφτόταν πίσω και έκανε λογαριασμό, η σούμα του έβγαινε μείον. Και ας τον μακαρίζαν στην δουλειά πόσο τυχερός ήταν που είχαν και οι 2 τους δουλειά στο δημόσιο, που πρόλαβαν το κακό ασφαλιστικό και θα βουν και νωρίς στην σύνταξη, που τα παιδιά τους είναι τόσο καλά και στο σχολείο πάντα άριστα. Μια ωραία και τακτοποιημένη ζωή όπως έλεγε η μάνα του. Αλλά αυτός κενός και σωματικά και πνευματικά νεκρός.

Η μόνη του απόλαυση ήταν κάθε Σάββατο πρωί, όταν έβγαινε μόνος για τα μισά ψώνια του σουπερμάρκετ και έκλεβε ώρα για να πάει στο μικρό καφενεδάκι κάτω από τα δέντρα να πιει ένα καφεδάκι και να διαβάσει μια εφημερίδα. Η γυναίκα του δεν του έλεγε τίποτα να και καταλάβαινε ότι της έλεγε ψέματα για την αργοπορία του κάθε φορά. Δεν την ένοιαζε πια; Ή δεν ήθελε να ξέρει ελπίζοντας ότι δεν είναι τίποτα κακό; Αλλά πολλές φορές γυρίζοντας την έβλεπε ότι και αυτή είχε τελειώσει γρήγορα τις δουλειές και ήταν κολλημένη στον υπολογιστή των παιδιών…Μια φορά την ρώτησε απέξω απέξω και του είπε για το facebook. Το γνωστό και μη εξαιρετέο. Έπρεπε να ανησυχήσει, αφού ο κολλητός στην δουλειά του έλεγε ότι είναι καθαρά γκομενο-μηχανή. Αλλά μπα…ούτε και αυτό τον ενδιέφερε πια. Ησυχία ήθελε και η μοναξιά δεν τον χάλαγε. Δεν είχε όλα αυτά τα χρόνια ποτέ γκόμενα. Δεν τον απασχόλησε. Όχι ότι τον χάλαγε κανά φλέρτ, απλώς δεν τον ένοιαξε ποτέ κάτι παραπάνω….

Τότε γιατί να ήθελε να χωρίσει. Μέχρι και βιβλίο είχε πάρει, να διαβάσει συμβουλές και να καταλάβει τι γίνεται. Πήγε κρυφά και σε μια ψυχολόγο συμεβλημένη με το ταμείο του…κρυφά βέβαια και το πλήρωσε από την τσέπη του για να μην το γράψει στο βιβλιάριο υγείας και το βρει η Κλαίρη. Του είπε να ανανεώσει τον γάμο, να ξαναερωτευτεί την γυναίκα του και να φροντίσει να βάλει στην ζωή του ενδιαφέροντα, έξω από την δουλειά και το σπίτι. Γέλασε μέσα του…. καλά μαντάμ είπε, άμα ήταν τόσο εύκολο δνε θα το έκανα…και του ξέφυγε φωναχτά, εκεί μπροστά από την εφημερίδα!!! Την ώρα που έμπαινε ο μεγάλος του ο γιός… Στα 17 του πια. Ένα βήμα πριν τις πανελλαδικές. Ένα παιδί που τον έκανε πάντα περήφανο…”Μιλάς μόνος σου πατέρα;”.. “όχι αγόρι μου κάτι διάβαζα εδώ από μια κυρία οικονομολόγο…μου φάνηκε τόσο ηλίθιο..αλλά δεν είναι τίποτα τόσο σημαντικό…”. Το ψέμα του βγήκε αυθόρμητα!! Τι να του εξηγούσε έτσι κι αλλιώς. Είδε την καθαρή ματία με την απορία και σκέφτηκε τι θα γινόταν αν του έλεγε εκείνη την ώρα την αλήθεια.

“Ήρθα και εγώ.” ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του, καθώς ξεκλείδωσε και μπήκε. “Γεια σου μαμά” είπε και ο πιτσιρικάς και την αγκάλιασε. Αυτή τον έσφιξε στην αγκαλιά της και πλησίασε και στο μέρος του. “Να αγκαλιάσω τον αντρούλη μου και να του δώσω ένα φιλάκι”. “Κι εγώ τίποτα;” ακούστηκε και ο μικρότερος που ήρθε από πίσω της στην κουζίνα. Και τότε εκεί στο μέσο της κουζίνας άνοιξε την αγκαλιά της και τους έβαλε και τους 2 μέσα. “Εγώ και οι 3 άντρες μου..που τους αγαπώ όλους το ίδιο”. Και τότε αυθόρμητα σηκώθηκε και χώθηκε στην αγκαλιά της. Σαν παραπονεμένο μωρό και αυτός. Ήθελε τόσο να τους πει πόσ άσχημα αισθανόταν αυτή την περίοδο. Και εκεί σκέφτηκε το αυτονόητο : Δεν είχε πιο κοντινό του άνθρωπο από αυτούς για να συζητήσει τις σκέψεις του… Απλώς λίγο μοναξιά ήθελε όταν χρειαζόταν…Και δεν ήξερε αν αυτό είναι και το διαζύγιο. Η φυγή προς την μοναξιά;

Ιανουαρίου 5, 2009

Ο Παλαιστίνιος μετανάστης…

Έψησε το καφεδάκι του και έκατσε να τον πιεί μπροστά την τηλεόραση. Άκουγε και έβλεπε για την Παλαιστίνη την πατρίδα του. Η οργή του ξεχείλιζε όσο έβλεπε τις εικόνες. Είχε μιλήσει χθες με την οικογένεια του στην Χεβρώνα. Είχε πάει στο μαγάζι με το δορυφορικό τηλέφωνο και αφού περίμενε καμιά ώρα στην ουρά, κατάφερε με την τρίτη προσπάθεια να χτυπήσει το τηλέφωνο και να μιλήσει με την μάνα του. Του είπε ότι ήτανε καλά, ότι δεν μπορούσανε να μιλήσουν με τον ξάδερφο στην Γάζα, και ότι οι αδερφές του ήταν ασφαλείς. Μόνο το παιδί της μιας, έβγαινε κάθε μέσα στις διαδηλώσεις και στα οδοφράγματα και έριχνε πέτρες. Οι εβραίοι τους ρίχνανε κανά χημικό και πλαστικές σφαίρες αλλά ευτυχώς δεν είχε πάθει τίποτα.

Τον ρώταγε τι κάνει αυτός και πότε θα στείλει λεφτά γιατί ο πατέρας του δεν είχε δουλειά, τώρα με τον πόλεμο πάλι, και είχανε μείνει χωρίς ούτε ένα σέκελ. Της υποσχέθηκε ότι τέλος της βδομάδας που έπαιρνε το βδομαδιάτικο, θα της έστελνε 200 σέκελ. Της εξήγησε ότι και εδώ δυσκόλευαν τα πράγματα, οι δουλειές πήγαιναν άσχημα, το μεροκάματο δύσκολο και ότι τώρα μπορούσε να στείλει, αλλά τον άλλο μήνα δεν ήξερε. Η μάνα του άρχισε ναι κλαίει και να του λέει πόσο της λείπει, ήταν ο αγαπημένος της. Έκλαψε κι αυτός, αλλά αφού έκλεισε το τηλέφωνο.

Μετά είχε πάει στο καφενείο εκεί κάτω στην Ομόνοια, σε ένα παράδρομο της Αγίου Κωνσταντίνου και μίλησε με τους αδελφούς εκεί. Κάποιοι λέγανε για τον ηρωϊκό πόλεμο της Χαμάς. Οι περισσότεροι την είχαν ψηφήσει, γιατί είχαν βαρεθεί και τους συμβιβασμούς και την διαφθορά της Φατάχ. Σε λίγο ήρθε και ο Μωχάμεντ, ο “μαύρος”. Τον έλεγαν έτσι γιατί είχε “στενές” σχέσεις με την Χαμάς και τους έφερνε τα φρέσκα νέα.

Τους διηγήθηκε για τα γεγονότα εκεί. Για τους αδερφούς και τα παιδιά που σκοτώνονταν άδικα. Για τους εβραίους που σκοτώνανε αδιακρίτως και δεν θα άφηναν τελικά το ανέξαρτητο κράτος της Γάζας να υπάρξει. Και ότι ο Αλλάχ, μεγάλος και σοφός, μέσα από τις κακουχίες θα τους οδηγούσε στην λύση. Και αυτή ήταν μια : πόλεμος μέχρις εσχάτων. Το καταλάβαινε και αυτός, τι σημασία έχεις να ζεις όταν είσαι ήδη νεκρός; Για αυτό δεν έφυγαν και όλοι τους απο εκεί; Για μια καλύτερη ζωή; Εδώ τα λεφτά ήταν δύσκολα, η ζωή ακριβή, το σπίτι χάλια και το καλό φαϊ σπάνιο.

Αλλά όμως είχαν την δυνατότητα να στέλνουν τα εμβάσματα που ζούσε η οικογένεια. Όχι μόνο η δική του αλλά όλων των αδελφών της μικρής τους κοινότητας. Αυτός είχε και μια σχέση με μια ελληνίδα. Δεν ήταν μουσουλμάνα βέβαια, αλλά ήταν καλή κοπέλα και εργατική. Ερχόταν σπίτι και εκτός από καλό κρεβάτι, του έκανε και κανά φαγάκι σπιτικό. Κι αυτός όμως την περιποιόταν. Της έφτιαχνε και φαλάφελ όταν μπορούσε και δεν ήταν πτώμα από την δουλειά.

Μετά το καφενείο είχε ραντεβού μαζί της και μαζί και με τους άλλους αδελφούς από το καφενείο (Αιγύπτιοι οι περισσότεροι) , θα πήγαιναν στην πορεία για την μάνα Παλαιστίνη έξω από την Πρεσβεία του Ισραήλ. Φοβότανε βέβαια ότι η αστυνομία θα τους χτύπαγε, ότι τις προηγούμενες μέρες είχαν συλλάβει φίλους και τους είχανε στείλει για απέλαση. Αλλά όταν πέθαιναν οι δικοί τους κάτω στην πατρίδα ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Στο κάτω κάτω με την κοπέλα του κρυβόταν λίγω πίσω πίσω, έτσι ώστε να μπορούσε να φύγει αν τα πράγματα έφευγαν από τον “έλεγχο”.

Σε καμμιά περίπτωση δεν ήθελε να σκέφτεται το να πέσει στα χέρια της Αστυνομίας και να πάει για απέλαση. Γιατί και που θα τον στέλνανε; Πίσω στο Ισραήλ; Στα χέρια των εβραίων; Είχε έναν συγγενή που το πέρασε όλο αυτό!!! Και όταν τον γύρισαν πίσω, οι εβραίοι τον έβαλαν φυλακή, τον δίκσαν σαν τρομοκράτη και τώρα είναι ακόμα μέσα. 5 χρόνια μετά.

Έσβησε το τσιγάρο του, χαιρέτησε τους φίλους του και πήγε να βρει την κοπέλα του. Με τις στενάχωρες σκέψεις και την ανασφάλεια στο βλέμμα. Λίγο πιο πάνω τον σταμάτησαν δύο αστυνομικοί, του ζήτησαν τα χαρτιά του. Τους τα έδειξε, αλλά αυτοί τα εξέταζαν και δεν τους άρεσαν. Μίλησαν σε έναν ασύρματο και τον κράταγαν εκεί. Η ώρα πέρναγε. Αυτοί δεν τον αφήνανε. Ο ένας έλεγε να τον πάνε μέσα, ο άλλος το έπαιζε σκεφτικός. Ξαφνικά όμως κάτι τους είπαν από τον ασύρματο του γύρισαν τα χαρτιά και έφυγαν με γρήγορο βήμα για κάπου προς τα Εξάρχεια.

Με μια φοβερή ανακούφιση πήρε το δρόμο προς το ραντεβού του. Έφτασε με 20 λεπτά καθυστέρηση. Η κοπέλα του ευτυχώς δεν είχε φύγει. Είχε καθυστερήσει και αυτή λίγο. Την αγκάλιασε και την φίλησε. Όταν την έσφιγγε στην αγκαλιά του, ήταν σαν να την έβλεπε μετά από χρόνια. Σαν μόλις να είχε γυρίσει από τον πόλεμο. Της είπε τι έγινε, αυτή άρχισε να βρίζει τους κολόμπατσους, με κάτι ελληνικά που αυτός δεν καταλάβαινε. Τον πήρε από το χέρι και πήγανε προς το ραντεβού με τους άλλους για την πορεία έξω από την πρεσβεία του Ισραήλ. Και εκεί σαν να την ένοιωσε πιο αγριεμένη και θυμωμένη. Όταν την ρώτησε, μετά που περπατάγανε για το σπίτι (με την γεύση των χημικών ακόμα στο στόμα), γιατί ήταν σήμερα τόσο άγρια, αυτή του απάντησε : “Γιατί πήγανε να μου πάρουν έσενα καρδιά μου. Και είτε Εβραίοι, είτε Έλληνες αστυνομικοί θα με βρουν απέναντι. Εμείς να ζήσουμε ειρηνικά και ελεύθεροι θέλουμε. Αν μας πειράξουν, δεν θα κάτσω με σταυρωμένα χέρια…”.

Δεκεμβρίου 21, 2008

Η μέρα ενός ΜΑΤατζή….

Ξύπνησε στις 6:30. Ήπιε τον φραππέ που έπινε χειμώνα- καλοκαίρι και σιγά σιγά ντύθηκε να πάει στην δουλειά του. Δουλεία; Σιγά την δυλειά δηλαδή. Που να ήξερε όταν στο χωριό του, εκεί λίγο έξω από την Ολυμπία, ονειρευόταν να φορέσει την στολή του αστυνομικού και να καίγονται για αυτόν τα κορίτσια στο χωριό. Ειδικά η Τασία, η φοβερή συμμαθήτρια που τόσο ήθελε να την πάρει στην αγκαλιά του και να την κάνει δική του…

Όταν μπήκε στην σχολή και πέρασε εκπαίδευση τον είχαν ξεχωρίσει γα τα φυσικά του προσόντα σε όλα τα τεστ. Αμέσως τον επέλεξαν για τα ΜΑΤ. Εντάχτηκε και εκπαιδεύτηκε. Αρίστευσε. Τι του είπαν, για τα έξτρα επιδόματα, για τα ωράρια, για την Αθήνα, για τις προαγωγές και για τις διακρίσεις. Του μετάδωσαν το πάθος για την ασφάλεια του κόσμου, από τους επίδοξους τρομοκράτες που θέλουν να καταστρέψουν την κοινωνία μας. 20 χρονών ήταν τους πίστεψε!! Όταν εντάχθηκε στην μονάδα του και εντάχθηκε στην διμοίρια του, είδε την αλληλεγγύη των συναδέλφων του και εντυπωσιάστηκε από τους άλλους συναδέλφους που πήγαιναν πια στην “μάχη”. Ανακάλυψε βέβαια ότι τα λεφτά ήταν μάλλον σκατά, οι προαγωγές ήταν όπως και στο υπόλοιπο δημόσιο, τα ωράρια εξοντωτικά και τα επιδόματα της πλάκας. Για αυτό και έμενα ακόμα στο ισόγειο στην Κυψέλη και από τα “πολλά” που έπαιρνε, δεν είχε λεφτά να βγει ραντεβού με την φοιτήτρια που έμενε απέναντι και την ζαχάρωε τα απογεύματα που γύρναγε από την δουλειά. Αλλά όταν τον είδε με την στολή και της είπε ότι είναι στα ΜΑΤ την έκανε με ελφρά πηδηματάκια.

Τα σκεφτότανε όλα αυτά καθώς πήγαινε στην δουλειά με το ξεχαρβαλωμένο φιατάκι του. Μεταχειρισμένο δεύτερο χέρι. Δεν άντεχε τις δόσεις άλλο και έπρεπε να στέλνει και στο χωριό στον μικρό που πήγαινε σχολείο ακόμη και η μάνα τους είχει αφήσει και τα χωράφια και ήταν όλοι άφραγκοι. Σήμερα στις 8 έπρεπε να κατέβει με την κλούβα του στο κέντρο. Μετά τον θάνατο του πιτσιρικά τους είχαν γαμήσει στις βάρδιες και στην κάε πορεία. Και είχαν και εντολές τόσο αλλοπρόσαλες που δεν ήξεραν πια τι να κάνουν. Την μια τους έλεγαν διακριτικά, την άλλη βαράτε όπου βρείτε, την άλλη συλλήψεις για να τους τρομάξουν και την άλλη τακτική υποχώρηση.

Αυτοί όμως ήξεραν : Αυτή τη φορά το πράγμα ήταν άγριο. Και τα πιτσιρίκια των 15 τους την έλεγαν ωραία. Ακόμα κι αυτός δεν ήξερε πια τι να κάνει. Οι άλλοι με τις κουκούλες ήταν οκ. Έριχναν αυτοί , τους έριχναν πίσω και σε κανά 2 μέρες όλοι σπίτι. Τώρα; Μια θάλασσα παιδιών που πως να την αντιμετωπίσεις “ειρηνικά”. Και αυτοί που διοικούσαν χέστηκαν όπως πάντα!!! Και για εμάς και για τα παιδιά. Και το κακό είναι ότι και οι 2 μεριές δεν καταλάβαιναν ότι για αυτούς δουλεύανε. Και βάζανε εμάς τους μαλάκες να βγάλουμε τα κάστανα από την φωτιά. Και ερχόντουσαν και οι συνδικαλιστές , που όταν ήταν για καμιά αύξηση στο μισθό, εξαφανίζονταν. Τώρα τους έβλεπε και αυτούς κανά βράδυ στις ειδήσεις , μαζί με άλλες άπειρες ξανθιές της καλής κοινωνίας να βρίζονται για την δημόσια “τάξη”. Δηλαδή πως εμείς θα προστατεύουμε τις δεξιώσεις τους. “Ρε δεν γαμιέστε όλοι”, σκέφτηκε.

Ο μόνος που έπαιρνε το μέρος τους ο Καρατζαφέρης ήτανε. Αλλά και αυτός ξέφευγε. Και κάτι δικοί του μέσα στην μονάδα, όλο παπαριες και φανατισμό ήτανε. Να πάρουμε τα κεφάλια των τρομοκρατών…αλλά μήπως και αυτοί οι μαλάκες κατέβηκαν ποτέ σε πορεία. Μόνο όταν κατέβαιναν οι χρυσαυγίτες, οι δίκοι του στην μονάδα κάθονταν κότες. Μόνο φιλάκια που δεν τους έστελναν. Αδερφές ψυχές βλέπεις. Και κάποιοι ήταν και μαζί τους και με πολιτικά στις πορείες. Ποιά ουδέτερη αστυνομία; Και πως να τους πας και κόντρα; Όλοι εκεί μέσα τους φοβόνταν, γιατί αυτοί στο τέλος παίρναν και τις προαγωγές. “Τι ξεφτίλα” σκέφτηκε….

Έφτασε τελικά, χαίρετησε, ντύθηκε και έκατσε δίπλα στον κολλητό του. Και οι 2 μέρες τώρα ήταν μελαγχολικοί. Το συζητάγανε και δεν ήξεραν πια τι να σκεφτούν. Τις προάλλες βρήκανε έναν ξάδελφό του ανάμεσα στους μαθητές. Ένας από την διμοιρία, πήγε να τον βουτήξει και οι 2 τους τον τράβηξαν και χωρίς να του πούνε τίποτε, τον έσπρωξαν μακριά σε ένα στενό…. Εξάλλου οι εντολές μέχρι τότε ήταν δικαριτικά, βαράτε κανά χαστούκι και άστε τους. Αλλά σήμερα αυτό άλλαξε. Η εντολή ήταν συλλήψεις. Και αυτό το σιχαινότανε….έπρεπε να τσακωθεί με τους άλλους για να μην σαπίσουν τα παιδιά στο ξύλο. Και συνήθως μεσα στην μάχη έπιαναν τυφλά ότι να ναι…Όπως μια φορά που έπιασαν ένα φοιτητή ανάπηρο, με τεχνητό πόδι….Έγινε της πουτάνας στην κλούβα…. Και τελικά ο chief αποφάσισε να τον αφήσουν. Φοβήθηκε μην τους πάρει μάτι κανένας δημοσιογράφος…και γίνει πάλι ο χαμός.

Κατέβηκαν στην Πατησίων. Με Στουρνάρη. “Γαμώ το κεράτο μου”, πάλι στα δύσκολα. Και έβλεπε κάποιους συναδέλφους να χαίρονται. Και σκεφτότανε : “Τόσο ηλίθιοι είναι;”. Η πιστεύανε ότι με τις ξεφτιλοστολές (που θα έπρεπε να έχει πέσει η μίζα της αρκούδας…) και τις μάσκες, δεν αναπνέεαν κι αυτοί τα χημικά; Αυτός είχε πάει σε γιατρό. Του είχε πει οτι ήδη τα πνευμόνια του μαύριζαν. Αν και δεν κάπνιζε καθόλου. Παρατάχθηκαν. Απέναντι οι γνωστοί πιτσιρικάδες. Ο φοβερός “μαύρος”. Φόβος και τρόμος για όλους τους. Σε όλες τις ταραχές δεν ερχότανε. Αλλά όταν έσκαγε μύτη, τότε είχαν πόλεμο. Δεν πέταγε πέτρες. Αλλά κάθε 2 λεπτά έριχνε και από ένα μολότωφ. Τι όμαδα είχε από πίσω; Και ήταν καταπληκτικός στο σημάδι. Κάθε φορά, όλο και κάποια στολή θα έπαιρνε. Αφού δήθεν ήταν άφλεκτες, αλλά…παπάρια. Η μίζα που λέγαμε πριν…

Ο “μαύρος” άρχισε να τους κάνει τις γνωστές χειρονομίες. Γούσταρε να τους προκαλεί τρελλά. Κάποιες φορές φοβότανε ότι ένας θα τραβήξει όπλο και θα γίνει χαμός. Όμως αυτό δεν θα γινόταν. Και ήξερε το γιατί. Όχι γιατί δεν υπήρχαν θερμοκέφαλοι συνάδελφοι. Αλλά γιατί αν γινόταν αυτό και έπεφτε ένας από τους άλλους, τότε τα όπλα θα βγαίνανε και από τις 2 μεριές. Εμφύλιος δηλαδή. Εξάλλου μαζί με τον κολητό του, είχαν γλυτώσει έναν συνάδελφο που τον περικύκλωσαν οι “απέναντι” και τον είχαν σαπίσει στο ξύλο. Αν θέλαν τον σκότωναν…και τελικά με τον ηρωϊσμό των 2 τους τον έσωσαν… Και σήμερα όταν τους είπαν συλλήψεις ήξεραν τι θα έκαναν. Κανα ξέμπαρκο το πολύ πολύ… Σιγά που θα έμπλεκε. Και ο αρχηγός της διμοίριας το ήξερε κι αυτός. Και σε τελική στα αρχίδια τους. Αυτοί θα γλίτωναν το κράτος; Για παραπάνω μίζες;

Εν τω μεταξύ ο κάθε παπάρας υπουργός τους έλεγε να συλλάβουν τους υπαίτιους. Έτχι ερχόταν να τους πει : “ναι ρε μάγκες….θα έρθουμε να σας συλλάβουμε μια μέρα, μην ανησυχείτε…”. Αυτό ήθελε να πει και στα παιδιά απέναντι. Αν το αποφασίζαν μια μέρα μαζί οι 2 πλευρές της μάχης τίποτα δεν θα τους σταμάταγε. Αλλά για πιο λόγο να το κάνουν; Μάλλον και οι 2 ,επανάστατες επαγγελματίες και μπάτσοι επαγγελματίες, το ίδιο κάνανε χρόνια τώρα. Τόσο το ίδιο που είχε γίνει βαρετό.

Τελικά έκανε μια σύλληψη…μόνος του! Και ήταν η κοπέλα η φοιτήτρια από την Κυψέλη….Ευτυχώς λόγω μάσκας δεν τον κατάλαβε. Και φυσικά την άφησε να φύγει. Αφού σιγούρεψε ότι δεν θα την έπιανε κανένας άλλος. Άσε που ο μαλάκας παρολίγο να καρφωθεί, γιατί του ήρθε να την φιλήσει….Τελικά ήταν ερωτευμένος μαζί της…Και αυτό τον έκανε ευτυχισμένο. Και χέστηκε για τις μολοτώφ. Δεν ήταν δικό του “θέμα”….Η ζωή ήταν πολύ ωραία για να την χαραμίσει για αυτούς….Και θα ψήφιζε τελικά…..οικολόγους!!!

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 26 other followers